Απόκρυψη ανακοίνωσης

Καλώς ήρθατε στην Ελληνική BDSM Κοινότητα.
Βλέπετε το site μας σαν επισκέπτης και δεν έχετε πρόσβαση σε όλες τις υπηρεσίες που είναι διαθέσιμες για τα μέλη μας!

Η εγγραφή σας στην Online Κοινότητά μας θα σας επιτρέψει να δημοσιεύσετε νέα μηνύματα στο forum, να στείλετε προσωπικά μηνύματα σε άλλους χρήστες, να δημιουργήσετε το προσωπικό σας profile και photo albums και πολλά άλλα.

Η εγγραφή σας είναι γρήγορη, εύκολη και δωρεάν.
Γίνετε μέλος στην Online Κοινότητα.


Αν συναντήσετε οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την εγγραφή σας, παρακαλώ επικοινωνήστε μαζί μας.

Με λένε AwwA

Συζήτηση στο φόρουμ 'BDSM Art and Literature' που ξεκίνησε από το μέλος Ηλίας, στις 10 Ιανουαρίου 2025.

  1. Ηλίας

    Ηλίας Γυμνός και ζωντανός, εσείς;

    -Με λένε AwwA και ζητώ βοήθεια!

    Max

    R aw wa R (Υπάρχουμε)

    Τα άτομα της τάξης της Δευτέρας είναι της αντανακ0λάσεως τα ζεύγη

    Με φωνάζουν AwwA από το Aw που σημαίνει στέκομαι αβέβαια και ακίνητη στη ροή του χρόνου και το wA…

    …τρέχω και τις αμφιβολίες μου σκοτώνω, το χρόνο να προλάβω.

    Γεννήθηκα σε ένα πλανήτη Mar με τρεις ακόλουθους και πιο μικρούς απ’ αυτόν πλανήτες που κοντά μας στέκουν.

    Τρία τα αστέρια που μας θρέφουν με το φως και τη θερμότητα τους. Τα δίδυμα «a» και «r» και ο τεράστιος αδερφός τους «M». 772 οι μεγάλοι βράχοι και πλανήτες στο χωράφι των Mar. Αρκετοί από αυτούς κατοικήσιμοι, σε ‘πτα από αυτούς έχω αναπνεύσει.

    Ο «Μ» καλοκάγαθος μα γέρος. Θα προλάβει όμως να φωτίσει χιλιάδες ακόμα γενιές από εμάς, πριν για γιγάντιος λευκός τη διαδρομή αρχίσει.

    Το είδος μας, της μνήμης και της νόησης πολυεπίπεδος καμβάς. Ανοιχτοί σε δεκάδες ξένα του διαφορετικού, σύνολα ορίων λογικής, που μας χαρίζει την ικανότητα στο να κατανοήσουμε τη “γλώσσα» με την οποία επικοινωνούν όλοι οι ζωντανοί οργανισμοί με τους οποίους έχουμε έρθει σε επαφή.

    Από το απλο ιϊκό σπαστικό χορό των μικρών πολύ μικρών πλασμάτων. Μικρόβια, ιοί, παράσιτα που επικοινωνούν με συσπάσεις, έως τον ήχο των κυμάτων που εκπέμπουν τα μεγάλα δέντρα της οικογένειας των «Αικ».

    Η Αμ η γυναίκα που από τη τρα σε αυτό το κόσμο με έφερε, με έμαθε τα πάντα. Το δρόμο για τις γνώσεις που κάθε είδος κατείχε, είτε του δικού μας, είτε άλλων. Μου δίδαξε να ακούω και να κατανοώ, αυτά που στέκονται με ρίζες.

    Εγώ ανάμεσα τους ξάπλωσα, για μέρες δίχως τροφή. Ξεδιψούσα από τη βροχή και τα υγρά τους. Ένιωσα τους κραδασμούς, μύρισα τις μυρωδιές και διάβασα στην υγρασία και στον αχνό που εξέπεμπαν, τον τρόπο που αυτά διάβαζαν από το ρευστό της γης χυλό, τι συνέβαινε…

    …στην ήπειρο τη γειτονική. Στα πιο βαθιά, εκατοντάδες χιλιόμετρα του πλανήτη έγκατα ή στα πέρατα του κόσμου αυτού. Έμαθα από αυτούς, το πως άκουγαν στο φως των Μαρ ό,τι αυτά στο δρόμο είχαν αντικρύσει και στις σταγόνες του φωτός που έβρεχαν τα φύλα, πως να γεύεσαι στα μικρά σκαλιστά τους τραύματα, τις απώλειες που μιλούσαν για την επιφάνεια πάνω στην οποία, με όποιο τρόπο είχα ναι γλιστρήσει.

    Έτσι μάθαιναν τι από το πριν μέχρι τα τώρα είχε συμβεί. Μετά άκουγα το πλήθος τους μουσική να γράφει και το καθένα από αυτά τις δικές του νότες να προσθέτει, ώστε τους κύκλους του χρόνου να προβλέπουν με απόκλιση του σχεδόν ασήμαντη.

    Η Αμ στο έδαφος με κράτησε ακίνητη μέχρι σε άγαλμα να μοιάζω και να μάθω να βλέπω στην απόχρωση, στην ένταση, στη διάρκεια και στο ρυθμό των ήχων των ζωών που βάδιζαν, έτρεχαν, σερνόντουσαν ή έρεαν στη γη, τα εκρηκτικά λόγω της συμπίεσης συναισθήματα τους και μέσα από αυτά να διαβάζω τι έζησαν, ποια είναι, που και γιατί βρίσκονταν και το πιο σημαντικό, ποια θα ήθελαν πολύ να είναι.

    Σ’ αυτά που στο νερό επέπλεαν ή μέσα του γλιστρούσαν, την ιστορία άκουσα που τους βουρβούριζε με τα εν δεκάκις μύρια της στόματα η θάλασσα, η λίμνη, μέχρι και η πιο μικρή γούρνα ή λακκούβα. Έμαθα από αυτά τι ήταν αυτό που έτρωγε και έσκαβε από το δέρμα έως και τη καρδιά τούτου του πλανήτη. Με πάθος μουρμούριζαν για τα πατήματα που άφηναν οι γίγαντες του α νέμου πάνω στη ευαίσθητη και λεπτή του νερού επιφάνεια και στο τέλος άκουσα το τραγούδι των πειρατών του αέρα.

    Άλλα με φτερά, άλλα με μεμβράνες, πέπλα, μπαλόνια και πανιά ή άλλες περίτεχνες κατασκευές που εκμεταλλευόταν τα ρεύματα του αγέρα και ψηλά στον ουρανό πετούσαν. Στη θερμότητα, στα μόρια και στα ιόντα που αόρατα έπλεαν μου έδειξαν μια άλλη ιστορία. Στους εκκωφαντικούς συριγμούς, σφυρίγματα που τα πέταλα του αέρα λάμβαναν από το αχανές εκεί πάνω, ιστορίες και μηνύματα από κόσμους μακρινούς.

    Από την Αμ έμαθα να τρέχω, να πετώ, να κολυμπώ, να πέφτω, να σηκώνομαι και το κορμί και τη ψυχή μου να ετοιμάζω για τη Μεγάλη Ώρα. Τον Αν δεν το γνώρισα ποτέ. Η Αμ είπε πως εγώ ήμουν το πρώτο τους παιδί και πως μαζί της υποχρέωση είχε για κόμα τέσσερα.

    Της χρωστούσε. Τη δική του τη ζωή είχε επιλέξει η Αμ να μη τελειώσει…

    Στο πλανήτη που πατώ η βαρύτητα μικρή και το σώμα μου ψηλό.

    Η λίμνη που μέσα της, γυμνό το σώμα μου βυθίζεται, μικρή και άρα λίγος ο χρόνος που κυλά από τη μια μεριά στην άλλη για να φτάσω.

    Παντού ζώα και φυτά, του νερού θαμώνες, αυτά που από τις καμπύλες μου προσπαθούν τροφή να αρπάξουν, αλλά εγώ τις προθέσεις τους ακούω στους χτύπους, σφυγμούς και κύκλους οπότε ένα βήμα πάντα πιο μπροστά.

    Χάδια και αμυχές τα σημάδια που απλόχερα ξαπλώνουν στην μελαχρινή μου σάρκα. Σημασία δεν τους δίνω, ούτε καν κοιτώ, το βλέμμα μου στη Αμ στυλώνεται που με τα χέρια της ψηλά στον Μ χορεύοντας, τεντώνει. Τα μάτια της ανοίγει, άλογα του πράσινου μεγάλα τα πετράδια.

    -Πληγώθηκες;

    -Όχι, την ευθεία που κοιτά ακολουθώ, κόκκινο προς ροζ το χρώμα που κυλά στους μηρούς μου. Ανόθευτα ποτάμια που καβαλούν τη λάσπη.

    -Τι είναι αυτό;

    -Το πρώτο αίμα. Θα πρέπει να ετοιμαστείς.

    Εννιά οι μέρες που ο κύκλος μου κρατά, τόσες και η νηστεία, από τροφή και ύπνο. Μόνο δύο φορές την ημέρα μου επέτρεπε να κοιμηθώ. Πεντακόσιους σφυγμούς τη φορά.

    Άφθονο το νερό που μέσα μου εισέρχεται και ελάχιστο αυτό που μέσα μένει.

    -Γιατί;

    -Να καθαρίσεις.

    -Τροφή;

    -Πεινασμένη να είσαι.

    -Ύπνος;

    -Ξύπνια.

    Την ένατη ημέρα και όταν το αίμα σταμάτησε να τρέχει, φωτιά άναψα και αλείφτηκα με λάδι.

    Τα άνθη του Ελώτου μου έδωσε να φάω.

    -Καλό ταξίδι μικρή μου. Έφυγε και μόνη μ’ άφησε. Ποτέ δεν την ξαναείδα.

    Το φως χαμήλωσε και μια ομίχλη την παρουσία της έκανε αισθητή μέσα στο κέλυφος μου. Ώρα με την ώρα και τα δύο πιο πυκνά έγιναν μη ξέροντας πιο από τα δύο τα θεάματα ήταν των Ανθών παραγωγή.

    Η πραγματικότητα γύρω μου με κοιτά και με χαμόγελο τη μωβ στολή φορά. Ένας σκοτεινός θηλυκός γελωτοποιός. Η αντίληψη μου βρώμικη ακόμα από την ορθότητα στην ευθεία να κοιτά με τύψεις, μέχρι που της νύχτας πεταλούδα βλέπει και ξεχνάει την Αρχή.

    Στη θέση του δικού της κελύφους εισβάλει και τώρα από πιο ψηλά κοιτά. Ένα δάσος πλούσιο και του βορρά το γοτθικό, στο κέντρο του εγώ και στις άκρες του…

    …από πέντε διαφορετικά σημεία, θύτες που ξεκινούν το θύμα για να πιάσουν. Ένα σχήμα που στοχεύει εμένα και τα δεσμά του σφίγγει.

    Ένα του αέρα το πλοκάμι, από όρνεο με φτερά και μάτια, τη πεταλούδα αρπάζει και τώρα στη θέση της ψυχής του η δική μου μπαίνει.

    Πέντε άντρες γυμνοί, προσεκτικά βαδιζουν…

    …το ταίρι μου ένας από αυτούς να γίνει και οι υπόλοιποι από τα χέρια μου στη γη να σβήσουν…

    ( Ο Ένα την επιλογή του κάνει την ιστορία να αρχίσει. Την συνείδηση της γυναίκας αντιγράφει από τις λεπτές τις αμυχές των στιγμών που παγωμένων σαν αγάλματα στέκουν. Στη σφαίρα του φέρνει και στο είναι του, τρυφερά τοποθετεί και να ξυπνήσει περιμένει…

    -Όχι! Μη το τέλος τραγικό θα είναι. Ο Δύο, κρυμμένος στα ανήλιαγα υπόγεια του πνεύματος τη σκέψη του προσπαθεί να στείλει, αλλά ο Τρία τον σταματά.

    -Έτσι να γίνει πρέπει. Και τις σκέψεις του Δύο που σαν πουλιά να πετάξουν ξεκινούν σε κοράκια μετά μορφώνει και στον αέρα τα παγώνει.

    Γύρω τους ένα τεράστιο του λευκού το χιονισμένο το τοπίο, σπαρμένο από χιλιάδες κοράκια που νεκρά στέκονται ανάποδα με το κεφάλι στο πάγο καρφωμένα…)

    Ζεται χίνε Συ

     
  2. Ηλίας

    Ηλίας Γυμνός και ζωντανός, εσείς;

    -Max που είσαι;

    Ανάμεσα στους κρίνους να κοιτώ

    Σκύλο να μη βρίσκω..

    rAw wAr (Δεν υπάρχω)

    -Max αγόρι μου έλα να σε δω.

    Στο βουνό ανεβαίνω να σε βρω

    Σκύλο μη σε πουν

    Θεό να σε βαφτίσω.

    Στη κορυφή γυναίκα βρίσκω ή μήπως ξωτικό και εφτά οι λέξεις που μου λέει….

    -Με λένε ΑwwA και φυτεύω με αγάπη…

    Έγκλημα της Δεύτερης τάξης.

    -Εγώ δεν είμαι Μαριανή, είμαι το Ξυρισμένο χρώμα. Φυτρώνω πριν την Ανατολή, τη λάσπη αφαιρώ και το νεκρό το χώμα. Τα πέταλα μου χαϊδεύω, τα αφήνω να πλωθούν, με προσοχή τεντώνω ζάρες να μην έχουν, μη κανείς από το Αν του Προκόπη με χαρά με οικτιρίσει.

    Ο ήλιος με βλέπει πρώτος, το γυμνό κορμί μου στο θόρυβο του ανέμου να λικνίζω. Στα σύννεφα με φέρνει, άλλος τις καμπύλες να μη δει και με τις ακτίνες του το δέρμα μου κτενίζει και επ’ αριστερά τις σκιές απομακρύνει.

    Πεινώ, από το φως φρούτα πλάθω και τρέφομαι με αυτό.

    Διψώ, τα σύννεφα στραγγίζω και τα χείλια μου γεμάτα τώρα. Οι σταγόνες ακόμα δεν έχουν κάτσει, όταν ο ήχος τις κάνει να λουφάξουν τρομαγμένες. Ο πρώτος άνδρας σε εμένα φτάνει.

    Προικισμένος και σταθερός σαν πύργος. Από τις επάλξεις να κοιτάς και η πόλη να ξαπλώνει ανερυθρίαστα εμπρός σου, αλλά…

    …όσο και αν προσπαθείς, ήχο να μην ακούς, κίνηση να μη βλέπεις, λες και κάποιος σε διάφανη του πάγου γυάλα, να την συμπύκνωσε σε μία μινιατούρα και να την παγίδεψε για πάντα.

    -Τον κόσμο δεν χρειάζεσαι. Οι δυο μας, εδώ στο κάστρο για πάντα να ‘μαστε. Και όποτε οι άλλοι θα σου λείπουν τη σφαίρα αυτή στα χέρια σου να πιάνεις, για να μπορείς να τους θυμάσαι.

    Να φύγω θέλω. Η πόρτα μου κλειδωμένη δε μου είναι και οι ε του νο οι χτες βαριές. Μέχρι που άλλο πια δεν βαστώ και…

    -Φεύγω!

    -Γιατί;

    -Γιατί δε σ’ αγαπώ…

    Είναι το ψέμα μια αλήθεια άκαιρη ή η αλήθεια ένα ψέμα που ακόμα δεν μας συνάντησε;

    Τη μισή καρδιά μου παίρνω, το υπόλοιπο αφήνω και μακριά του φεύγω.

    -Για λίγο στις μνήμες μου ανάσα πήρες, μετά ξεθώριασες, μαράζωσες, ξεράθηκες και σα κρίματα των φύλων των ξερών για πάντα χάθηκες…

    Ο υρανός κάθεται και κλαίει γιατί δεν τον παίζουν οι αράδες μου.

    Η ομίχλη βρώμικα νερά, στα υπόγεια λιμνάζουν. Στο ίδιο μέρος έκατσα πολύ και τώρα τρέχω να ξεφύγω.

    Από τον καπνό, τις μνήμες που πονούν, αγάπη να θυμίζουν. Ψάχνοντας τον Λύκο που κρύβεται εδώ…

    -Λύκε, λύκε είσαι εδώ;

    Δειλία, απουσία, ήχος ορφανός, λουλούδια δίχως χρώμα στο υπόβαθρο, σημαντικά καθόλου.

    Τρέχω, πέφτω, σκόντο flow, μέχρι που τα βήματα μου ξαναβρίσκω και από χαρά, ξανά εγώ χορεύω.

    Χορεύουν μαζί μου τα δέντρα, ρίζες που μπερδεύονται εθνικότητα μην έχουν, χορεύω με τα μάτια μου κελιά κλειστά.

    Η ντροπή κρύβεται σ’ ένα σχέδιο με κάρβουνο μολύβι, χορεύουν και τα θεριά κάτω από τις μπέρτες, χορεύουν και τα πλοία στη φουρτούνα, χορεύω, χορεύω γύρω από τον εαυτό μου, τι άραγε γυρεύω;

    Ανάποδα και γύρω από εμένα η πλάση κι αυτή χορεύει, τι άραγε από εμένα να γυρεύει;

    Τα κελιά ανοίγω και εκεί μπροστά μου, στα καφέ ντυμένος, μελαχρινός, κοντός, αγέρωχος, χαμόγελο, χωρίς το έδαφος να αγγίζει και προσεκτικά να με μυρίζει.

    -Σε θέλω!

    -Κι εγώ, του λέω, δίχως στέψη.

    Ένα σώμα κι άλλο ένα…

    …σώμα ένα στο σώμα ενωμένα. Τα μάτια δεν χρειάζονται, στην άκρη τα πετάμε, η γλώσσα τη ψυχή ξυπνά, χείλια σκληρά με σκασίματα, σκαλιά και χρόνια στα όρια του χάους.

    Στα χέρια του με πιάνει και ψηλά πετώ. Το σώμα μου στεγνό και διψασμένο. Ο ήλιος χάρη κάνει και μπουκάλι ανοίγει, τα σύννεφα με αφρό μας λούζουν.

    Ροή της θαλπωρής, ζεστή. Οι πύλες μου φωνάζουν και ορθάνοιχτες ανοίγουν, σπρώχνοντας η μια την άλλη, για το ποια θα τον πρωτοδεχθεί.

    Οι πόροι παράθυρα που ξεσφίγγουν και οι κουρτίνες φωτιά αρπάζουν. Ιδρώτας και υγρά χρυσά, όστρακα της θάλασσας, γεύση του ανε μελιού.

    Χύνει, μαζί και η Άνοιξη μέχρι την τελευταία της σταγόνα.

    Χύνω σ’ ένα σοκάκι καλπάζοντας, φωνάζοντας και με νύχια και το ‘ξυγόνο, γδέρνοντας δίχως να με νοιάζει.

    Η δονή, αμπέλι που φυτρώνει, του μεθυσιού βαρύ σταφύλι που πληγώνει. Τα σύννεφα το ροζ τους χάνουν. Τσαλακωμένα με σκουριά κι εγώ…

    …να τρίβω, να τρίβω, να φτύνω και να τρίβω, προσπαθώντας να τα καθαρίσω.

    -Σταμάτα κι άλλο μη πίνεις..

    -Δεν πίνω, Υργά μεγίζω για να πορώ να χήνο.

    Τον τενεκέ άνοιξα και τα σκουπίδια πέταξα στον κάδο με τα γυάλινα μπουκάλια. Μα όταν γύρισα, στο σπίτι ξανά τα βρήκα.

    Μια φορά ακόμα.

    -Σε παρακαλώ σταμάτα.

    -Μπφιτξμαξολυρτ… Έλεγχος κανένας.

    -Θα φύγω!

    -Δεν μπορείς.

    -Γιατί;

    -Μ’ αγαπάς, ο έρωτας βαρύς. Δίκιο είχε, να φύγω δεν μπορούσα. Μια λύση μόνο υπήρχε, στον ήλιο έσταξα γυμνή.

    Με σπαθί έσκισα το δέρμα και την καρδιά μου έξω έβγαλα που έσταζε με αίμα. Ένα φύλο της αφαίρεσα.

    -Σ’ αγαπώ ακόμα. Ακόμα ένα και ένα, ένα, ένα, ένα, ένα…

    -Σ’ αγαπώ…. Κι άλλο κι άλλο κι άλλο, μέχρι που ένα κουκούτσι έμεινε από την τεράστια καρδιά μου.

    Τον άφησα.

    Το κουκούτσι φίλησα, στο στερνό μου φύτεψα και το δρόμο μου συνέχισα, με τις πληγές να στάζουν.

    Ο έρωτας με έρωτα περνά και ναι και όχι, όπως το κάθε τι στη ζωή, ισορροπία απαιτεί να έχει. Ο χρόνος λίγος και η αυτοκαταστροφή του πυρ η κάργια που σε τρώει από μέσα.

    Πέπλο φόρεσα το μαύρο, αυτό που διάφανο στέκει και γυμνό όταν από τα πλάγια το κοιτάς διακριτικά και του εβένου το Έρεβος όταν στο κέντρο το κεντάς, γύρω από τη καρδιά του. Η φωτιά από τα δάχτυλα μου ξεπέζεψε και τα του 25, από τα μάτια δράκοι φλεγόμενοι, από το στήθος ηφαίστεια στάχτη μαύρη να ξερνούν και στο τέλος από τα χείλη…

    …πυρ υγρό του κατάρ ο ράκτης.

    Φωτιά που εξαπλώθηκε σαν φήμη στο ξερό χορτάρι των άνυδρων του πάθους, φωτιά και στου ουρανού τα μάτια. Φωτιά που τους ήλιους προκάλεσε σε μια αναμέτρηση φωτός.

    Στην αρχή οι “α” και “ρ”, μικροί σα φοβισμένοι, μα εγώ τα άκρα μου ξεδίπλωσα σαν αστέρι δίχως όρια ή τέλος. Χαμήλωσαν προσεκτικά να δουν και εγώ φούντωσα σαν μάγισσα λευκή της σελήνης Βάκχα από αλλού φερμένη.

    Έπεσαν και οι δύο πάνω μου σαν σκυλιά και ρουφούσαν, δάγκωναν, κάρφωναν και με τις ακτίνες τους μαστίγωναν. Φρένα δίχως υγρά καθόλου. Μέχρι που εξαντλήθηκαν και σε μια ομίχλη πάνω, στα πόδια μου γονάτισαν. Μικροί, πολύ μικροί για ‘μένα.

    -Ούφ…

    -Σκασμένη σε βλέπω, τι λες για μια βόλτα να ανασάνεις; Στα μάτια και στα χείλια, χαμόγελο, ζεστό ξανθό. Στη λίμνη περπατήσαμε, στα χόρτα που στην επιφάνεια, για του ηλίου θεραπεία τα φύλα τους ξαπλώνανε.

    Με ποιήματα δικά του, τα κάρβουνα του πόνου διαμάντια γίναν και από το στόμα μου ξεχύθηκαν. Μαζί με χαμόγελα που πετούσαν, χαρούμενα κοτσύφια.

    Χόρεψα για αυτόν πάνω στα τραπέζια.

    Ξάπλωσα για αυτόν πάνω στα τραπέζια.

    Τα πόδια μου άνοιξα για αυτόν και με δισταγμό στην αρχή μα με λατρεία στη συνέχεια, με γάμησε πάνω στα τραπέζια.

    Χέρι, χέρι, πόδι, πόδι, φιλί και φίλοι, βελόνες που τρυπούν τα πονεμένα χείλη. Όλα ομόκεντρα κυλούσαν και το ταίρι μου έμοιαζε πως βρήκα.

    Μέχρι…

    -Θέλω γυναίκα Μου να γίνεις. Τα πάντα πάγωσαν και το σκοτάδι κυρίεψε τα πάντα.

    Μία μόνο φορά,

    σε χρόνια χίλια,

    οι τρεις μας ήλιοι, οι Μαρ,

    ο ένας πίσω από τον άλλον μπαίνουν,

    και οι τρεις πίσω από το Πλούτο.

    Τότε για μία ώρα, του εφιάλτη πρόζα το σκοτάδι τα πάντα κυριεύει. Και όταν το φως επανήρθε, το χαμόγελο του ψεύτικο και τα μάτια του snake eyes. Η απάντηση μου δίστασε, το χέρι του καθόλου, ούτε και τα δόντια μου που από το χαστούκι, στον αέρα πέταξαν σαν του corn το pop.

    Στο κορμό μου σκάλισε με τις γροθιές του, καλαίσθητα της μελανογραφίας αριστουργήματα. Με τις κλοτσιές του τα κόκαλα μου έσπασε σε δεκάδες μέρη, τη μύτη μου επίσης ίσιωσε να μη θυμίζει της Κλαίω Πάτρας και στο τέλος με το πρήξιμο στα μάτια, το φως μου πήρε και εγώ τυφλή να γέρνω το λαιμό από την αγάπη του στο πλάι.

    Εγώ μόνο ένα του αφαίρεσα, μ’ ένα μικρό, πολύ μικρό κοφτερό μαχαίρι. Το τελευταίο του σφυγμό.

    Το κορμί του τα άγρια τα ζώα και το μοίρασαν σε μορφή λιπάσματος, σε ολάκερη τη πλάση. Όταν οι κόρες μου ξανά στο φως περπάτησαν, ξανά μόνη πια εγώ.

    Το τρίτο κερί και ταίρι είχε σβήσει.

    (-Χτύπα κι άλλο, μη σταματάς σου λέω ανάγκη το ‘χω. Το παλιά λευκό σεντόνι κόκκινο σα το τριαντάφυλλο.

    -Όχι άλλο να συνεχίσω δεν πρόκειται, οι λέξεις σου μικρές κανείς δεν τις ακούει.

    -ΧΤ είπα άχρηστε, τι σόι άνθρωπος εσύ, αν τη βία δεν κατέχεις; Κοίτα γύρω σου. Χτύπα δυνατά και τότε θα σε ακούσουν.

    -…- )

     
  3. Ηλίας

    Ηλίας Γυμνός και ζωντανός, εσείς;

    -Με λένε aWWa και η αγάπη μου πεθαίνει.

    Max theeht xaM

    Κόκκαλα που καίγονται στο τζάκι

    Raw war (Υπήρξες ; )

    Δόντια, αστερισμοί και χάντρες

    Η σκόνη κύκλους κάνει

    Η δεύτερη τάξη πουλάει πλάνη

    Την μαζεύω και φτου ξανά…

    -Πάρτα μωρή πατρών Ελευθερία!

    Ο BΟΟ στα δυο του πόδια ψηλά στυλώνεται. Οι οπλές το ΕΣ τους χάνουν και τώρα όπλα.

    -Σύντροφοι των αριθμών απόκληροι και των μονών τα ζώα, δίχως τους ακριβούς μας Άσσους, με ακούτε;

    Μόνος του σε μία έρημο του χρόνου βρόγχο, μοιάζει ο παράφρων να μιλά. Λόγια που όμως παίζουν στο πνεύμα των απείρων που ακούνε, κρυφτό, κυνηγητό και του αμπά την ασημένια ρίζα.

    -Ως πότε σκλάβοι και ακίνητοι θα στέκουμε δίχως τίποτε να κάνουμε;

    Οι τρίτοι, πέμπτοι, έβδομοι και οι ανά δόχου οι επόμενοι, μία ταραχή νιώθουν στο πετσί τους που σε ένα καταπιεσμένο αίσθημα κουμπώνει.

    -Να μην επεμβαίνουμε όταν μας κλέβουν, μας χλευάζουν, στην ουρά ναι μας αφήνουν και περνούν και εμείς ζητιάνοι οι βασιλείς των ουρώ Ναν του Μαν το Ταλ, να βλέπουμε…

    Ένας κόμπος, της συγκίνησης ή της υποκρισίας κομπασμός; Όλοι των Εκεί μονοί, ξέρω γω μα δε μιλώ, κατά και πίνουν.

    -…τα τρένα να πεθαίνουν δίχως ανάσταση ή επιστροφή, δίχως όχι ή έστω μα, καμιά αντίρρηση να φέρνουμε;

    Ένα αίσθημα που στην αρχή φοβισμένο εκπορνεύεται, για λίγους μπάτσους ασφάλειας στα μαλακά, στους αγνώστους δαίμονες των υπογείων, φυλακισμένο, μόνο και ξεφτιλισμένο, τώρα σέρνεται, τη κουρελού πετά και την βρωμιά του στο φως ξεβγάζει. Αυτό στα μάτια ακόμα δεν τολμά να το κοιτάξει.

    -Για το καλό δήθεν ποιου; Και τί είναι το κακό ή το καλό, αν ποτέ σου δεν πεθαίνεις και για πάντα σκλάβος μένεις; Να ακούμε, να δεχόμαστε, να το βουλώνουμε, να μας κοιμίζουν, να μας ξυπνούν και φτου από την αρχή!!!

    Το αίσθημα το κεφάλι του υψώνει, τα αυτιά του σκίζει, πύον που για ώρα τρέχει δίχως ράμμα. Χαραγμένο το του τρελού γιατί, μέσα στις σκαμμένες της οδύνης βαθιές ρωγμές και του άγιου παρά τη χάρη μορφωμένο

    -Μας ζητούν να χαμογελάμε, ευγενικοί να ήμαστε, πάντα διακριτικοί και ποτέ μα ποτέ αρνητικοί, όταν.!.!.!.!.!.!. Το θαυμαστικό το στικό του χάνει, οι πιστοί αναθαρρούν και στα ψίχουλα ορμούν. Χοντρά τα Χ που ο κόσμος προσκυνά. Ο ΒOO δύο λέξεις τους πετά, νεκρά χιλιάδες τα άλμπα τρως.

    -Όταν αρνητικοί είμαστε γιατί έτσι αυτοί έτσι μας ορίζουν. Οι Μόνοι του Εκεί, οπλίτες του παλιού πολίτες, το ανάστημα τους συγχρονίζουν και τη σύνδεση τους με τους Ζυγούς διακόπτουν.

    -Του θεού αναθέματα ήρθε η ώρα η επανάσταση των Περιττών να βρυχηθήσει… Ο ΒΟΟ τη κόκκινη σκουφιά πετά, τη σημαία σκίζει και οι του Εκεί, αχνίζουν και ουρλιάζουν…

    -Με λένε AwwA και τη Αμ μου θυμάμαι στις δύο εποχές που έχουμε, τα χάλια της να πλένει.

    Στην εύφορη, του πλούτου τη ζουμερή γελλάδα, την πράσινη «ΑΝ», τα βαριά του βαρύ του «ΝΑ» παχιά χαλιά.

    Μα όταν το παγωμένος «ΝΑ» ερχόταν και τις προβιές του έβγαζε δείχνοντας μας τι θα ακολουθήσει, η Αμ τα δαντελωτά φρου φρου της αράχνης υφαντά στην αέρα ξέπλενε και στη βροχή μιλούσε.

    Τώρα στη μέση της «ΝΑ» βρίσκομαι και τα τραύματα μου λιάζω για να γιαίνουν.

    Να μου θυμίσω προσπαθώ σκουπίζοντας τον πόνο μου με φύλα του διαβόλου, πως εγώ δε φταίω, που το Αυτό δεν ήμουν που Αυτός ζητούσε, αλλά οι καυστικές τσουκνίδες τις φλύκταινες ανοίγουν και στο ευαίσθητο μου πνευ ή δέρμα τις βελόνες τους βυθίζουν ουρλιάζοντας.

    Ή μήπως εγώ ουρλιάζω;

    -Αν φταις μωρή ρωτάς; Φταις! Φταις!! Και φτες!!! Για χρυσό λογαριάζεις τη μούρη σου; Λάσπη, σκατά, πηλός είσαι και Αυτό που θε λέει Αυτός Να γίνεις.

    Τα ουρλιαχτά σβήνουν και οι στάχτες τους ψιχάλα. Είναι τόσο έντονο το πάθος του πόνου που ρυθμικά στα νεύρα μου ξεσπά, τις μνήμες να σκεπάσω και όχι το παιδί μέσα μου, άραγε γιατί; Που κι εγώ ρυθμικά λυγίζω και χορεύω μαζί με τα κύματα που σκάνε και ψοφάνε.

    Τα άφυλα φύλλα στο έδαφος χορεύουν και τα μικρά σκουλήκια. Οι βράχοι, λόφοι και βουνά, όχι. Πάντα ηθικοί και ακέραιοι, σταθεροί σε αντίθεση με το χνούδι της λίμνης δίπλα μου.

    Στα κύματα των χνουδωτών σταγόνων, πιο μικρά κρυφά χορεύουν. Φιγούρες που για ελάχιστα τα χέρια δίνουν και προκλητικά κυκλικά γυρνούν, πριν προλάβω…

    Σταματώ απότομα! Μαζί μου τα χαλίκια και ό,τι άλλο από τους κραδασμούς που εγώ δημιουργούσα με χαρά πηδούσε.

    Τα του νερού επίσης, εκτός από εκείνα τ’ ανεπαίσθητα που για λίγο ακόμα, υποκλίνονται και τη λογική μου απαλά τη σκίζουν.

    -Τι είναι αυτό;

    -Τι είσαι εσύ; Φωνή βαριά του όχι αλλά λεπτή καθόλου. Γυρνώ και τον κοιτώ, ένας του Ηλίου ο Ανθός, τον προσπερνώ, ο συλλογισμός αλλού.

    -Το είδες κι εσύ;

    -Ποιο μικρή μου Ταραντέλα; Μόνο εσένα είδα να πετάς. Η φωνή του υδρόμελου, μεθύστακα εσύ κι εθιστική του LooK εκεί. Η AwwA το φαινόμενο ξεχνά και τον Άνδρα βλέπει.

    Την κοιτά και αυτός. Τα μάτια τους, τις φωλιές αφήνουν και τετράδα τώρα που στα σύννεφα πετούν.

    Ιπτάμενα των “Αικ” τα δεντρόπλοια με χιλιάδες του πλανήτη μετανάστες, μέσα στις κουφάλες να βουρλίζουνε κρυμμένοι, όλοι κι όλα με τα δικά τους γουρλωμένα, παρακολουθούν δύο ζευγάρια μάτια το ένα το άλλο να κοιτά καθώς αναρωτιούνται αν το χθες τους ποτέ υπήρξε και δάκρυα να πλάθουν της τοξικής βροχής.

    Χαρά από καμένα πλαστικά που ανακατεύεται με τη ζάχαρη από λάσπη και τη πλάση αποχρωματίζει ολάκερη από κάτω.

    Στο έδαφος κάποτε, ίσως ακόμα όχι, προσγειώνονται και σώμα αποκτούν. Το αποδομημένο τοπίο, του πυρήνα η Αποκάλυψη, μα αυτοί αδιάφοροι.

    Την ενέργεια του Ραδίου μαζεύουν και τροφή τη κάνουν.

    Το στόμα τους ανοίγουν, κόκκινα χαλιά που ξεδιπλώνονται, γέφυρα να κάνουν.

    Συναντιούνται, χαίρονται, αποτραβιούνται, ίσως από δισταγμό μπορεί και από σαδισμό και μετά με μανία η άλλη στη μία πέφτει.

    Γλώσσες που χτυπιούνται, γδέρνονται, αμαρτίες ωδές τις κάνουν, αίμα στάζουν, στο έδαφος λιμνούλες μεγαλώνουν από αυτό, τροφή πλούσια σε πρωτεΐνη για τις κατσαρίδες ζόμπι.

    Φωνάζουν, γελούν, υγραίνουν και αναδιπλώνονται. Η μία μέσα στη άλλη διαγώνια εισχωρεί σ’ έναν εκστατικό γλοιώδες πίνακα του Έσερ.

    Χέρια βγάζουν, γλώσσα όχι ακόμα και χαστούκια δίνουν η μία στην άλλη και μετά φιλιά.

    Όταν κάποτε το φιλί τους λιώνει, οι πάγοι του πλανήτη ακόλουθοι πιστοί, η ζωή ψελλίζει το μηδέν και φτου απ’ την αρχή.

    Τότε αρχίζουν να μιλούν, έγχορδα στο λόγο, δίχως διακοπή, λέξεις ταυτόχρονα πετάγονται από τις αντίπαλες εστίες και στον αέρα συναντιούνται.

    Γνωρίζονται και με θέρμη χαιρετιούνται.

    -Τι κάνεις; Ποιος είσαι; Τι όμορφο πλατάνι αυτό που στο πρόσωπο σου μεγαλώνει; Με πουλιά και ρίζες. Άκου μια ιστορία να σου πω!

    Σταγόνες από σάλιο που την ενεργειακή διαφορά εκμεταλλεύονται και στην ατμόσφαιρα ψηλά ναι βαίνουν, στη στρατόσφαιρα μεστώνουν και πέφτουν με αγάπη σα χαλάζι.

    Η τελευταία κατσαρή αρίδα κατάλοιπο της ενοχής του πυρηνικού ολοκαυτώματος, την μοναξιά άλλο πια δεν αντέχει και αυτοκτονεί.

    Και όταν κουρασμένοι, παύση κάνουν να μιλούν, μια ανάσα αδερφέ να πάρουν…

    ..θλίψη, βαρύς ο Νας, απώλεια, η της Αν η απουσία.

    Νοσταλγούν και τον πόνο συγκεντρώνουν σε χάρτινα μικρά κιβώτια.

    Συνήθεια από ραγισμένο μάρμαρο και αγάπη από φως.

    -Που είσαι αγάπη; Γιατί άλλο πια δε μου μιλάς;

    -Μα εδώ είμαι, σταμάτησα, λίγο νερό να πιώ.

    Και θυμώνουν με τον εαυτό τους που τέτοια αγάπη τους επέτρεψε να ζήσουν.

    Μετά σηκώνονται απότομα, οι ρίζες κόβονται, μια λιγοθυμιά και τα πάντα μόνο μαζί πια τα κάνουν.

    Νερό, τροφή και λουκάνικα από λάσπη.

    Ονειρεύονται, έρωτα κάνουν.

    Ξυπνούν, έρωτα κάνουν.

    Μιλούν, έρωτα κάνουν.

    Κάνουν έρωτα, έρωτα κάνουν.

    Ο χρόνος, της ενέργειας βρικόλακας, μαζί τους μένει, ταπεινό τους κατοικίδιο, με λίγο χιόνι και στιγμές, ώσπου ένα πρωϊνό..

    -Θέλω παιδιά μαζί σου να κάνω.

    Σιγή. Μελωδία δίχως λέξεις. Το στόμα της ανοίγει.

    Ελπίδα;

    -Κι εγώ.

    Σάλτα, φώναξε και πήδα!!!

    -Γιου Χου φωνάζει ο Άνδρας και όρθιος πετιέται.

    -Πάω, φαγητά να φέρω, να καρδαμώσεις.

    Η AwwA χαρούμενη κι ευτυχισμένη. Επιτέλους βρήκε τον άνδρα τον ιδανικό. Ο Ιδανικός πέτρα γυαλιστερή πατά, σκοντάφτει, γυρνάει και μιλά…

    -Πέφτω Αγάπη! Άστατα το κεφάλι του στο έδαφος βροντά.

    -Κρακ και κρακ.

    -Αγάπη μου!! Μία πολική αρκούδα πέφτει από ψηλά, από την Ελιά, φοβισμένη μη την πιάσουν που μακέλεψε το μέλι, στον αυχένα τόνε βρίσκει.

    -Κρακ και κρακ, του Μασκ το ΚΡΑΚ!!!

    Ο έρωτας δεν θα ήταν ποτέ αληθινός, αν τραγικός δεν ήταν. Και αυτό είναι κωμωδία, ψυχαγωγία των Θεών.

    Η AwwA το κεφάλι του πιάνει, με τα δυο της χέρια και αυτό το σώμα του αφήνει και μαζί της μένει.

    Η AwwA ξεκινάει να φωνάζει, η Πιαφ να τραγουδά, οι κουφοί τα αυτιά τους κλείνουν και μετά από μέρες σταματάει και αρχινά να κλαίει.

    Ο Νώε τη βράκα του σηκώνει και τη βάρκα του ισιώνει.

    -Τι έπαθες όμορφο κορίτσι; Γιατί εσύ μου κλαις;

    Ο πέμπτος άνδρας, το τελευταίο πιθανό της ταίρι.

    Η AwwA την κνήμη του τέταρτου σηκώνει, μία στο κεφάλι και…

    …άντε από δω.

    (-Κι άλλο μη σταματάς… Σαν τη πύλη της Ιστάρ, η ακτή το κύμα ικετεύει. Τη χτυπά κι αυτή με αφρό γεμίζει. Φρου, φρου και φρου

    -Κι άλλο κι άλλο μη σου λέω σταματάς. Βομβιστής προσκυνητής, στο ρολόι του μιλά και αυτό τη χάρη του Ναι του κάνει. Μπαμ, μπαμ και μπαμ..

    -Κι άλλο κι άλλο κι άλλο, μη σταματάς σου λέω… Το μολύβι στα δάχτυλα μιλά και αυτά τη χάρη του κάνουν.

    Χρατς, χρατς και χράτς…)

     
  4. Ηλίας

    Ηλίας Γυμνός και ζωντανός, εσείς;

    Max the dog is still deaf

    Η Δε Υ Ταίρι τση τάξη

    Τα ασημικά της κρύβει sto

    Άγιο Ντου Λάπ i

    Μα η οσία AwwA

    Ακόμα τραγουδά για την χαμένη της αγάπη

    -Με λένε AwwA (εγΩ κι Αυτός)

    Όταν τα κομμάτια σου μαζεύεις στη μοναξιά ξανά να τα διπλώσεις δίχως τούτη τη φορά του Α ζάρες, ανακαλύπτεις πως δύσκολα μπορείς να ξεχωρίσεις τι δικό σου είναι ή μήπως ήταν;

    Ήταν μα τώρα πια δεν είναι;

    Η AwwA του ύστερα μετά από μια του κλέφτη, δυο το κλέφτη, άντε στο καλό μολυβένιο στρατιωτάκι, τρεις και το πετάξαμε, τελικά γυμνή αποφάσισε να φύγει και στη λίμνη…

    …να βουτήξει, να βουλιάξει, να πλαντάξει, μέχρι να μουλιάσει.

    -Αυτό ήττα ναι του πρώτου. Σημείωμα που στο νερό μπαίνει, βγαίνει και αμφιβάλλει μέχρι τα γράμματα πια να ξεθωριάσουν.

    -Κι αυτό του δεύτερου, σχέδια άτεχνα, πλασμένα από με για σε. Η κόλα μένει, το μελάνι όχι και τώρα το λευκό παντού, τι όμορφα που είναι χιονισμένα.

    -Κι αυτό του τρίτου. Με πέτρα το τυλίγω, βαθιά μέσα στον πάτο, στο βυθό. Το πατώ και χάνεται στο βούρκο.

    -Κι αυτό του τέταρτου. Στο λαιμό μου να το βάλω;

    Κόμπος.

    Μήπως σκουλαρίκι στην καρδιά;

    Πόνος.

    Στο χείλος σα σημάδι;

    Πρέπει.

    Άραγε στα πόδια σαν ρώγες από σταφύλι;

    Τσιμπήματα.

    Σε χάρτινη βαρκούλα το βάζει και σε στέλνει μακριά.

    -Κι αυτό του πέμπτου.

    -Του ποιου;

    -Του πέμπ…

    -Του;

    -Πε;

    Χαμογελώ, με τα δάχτυλα μου στο πρόσωπο, τα άκρα του Χαμού μαζεύω και τα πλέκω σε στεφάνι. Στο κεφάλι μου το βάζω και στη επιφάνεια της λίμνης, ξαπλώνω.

    Πρώτα με το κεφάλι προς τα κάτω. Την ανάσα μου βαστώ, τα βλέφαρα μου όχι. Μέσα στο νερό, φίδια κολυμπούν, σαύρες, μια μεγάλη γάτα και μια του φα και θα λέαινα. Μία φυσαλίδα αφήνω και αυτή προς το βυθό κινείται.

    Όλα ακίνητα!!! Την ανάσα τους βαστούν, μήπως τυχόν τη σπάσουν. Βαριέμαι και ανάποδα γυρνώ. Προς τους Μαρ οι ακτίνες μου θωρούν. Οι δυο μικροί προς εμένα γουρλωμένοι να κοιτούν και ο Μ από την άλλη. Υπερόπτης εεε Μα Γάλος. Τα μάτια μου σφραγίζω με δάκρυα φωτός και το σώμα ταξιδεύει.

    Απαλά κύκλους κάνω στη λίμνης το περβάζι. Ο ύπνος με ακουμπά, αλλά νιώθω πως όχι μόνο αυτός. Πριν προλάβω με δεύτερη σκέψη να την κάνω, μια μεγάλη σταγόνα με βρίσκει στο κέντρο του μετώπου.

    Κάποιος είναι εδώ. Θα το κρύψω.

    Σηκώνεται και προς τα έξω με βήματα αργά βαδίζει, με τη βροχή να δυναμώνει. Σταγόνες με τη οσμή της, γεύση και το διάφανο της χρώμα στα νερά κυλούν.

    Μόνο που…

    Η AwwA απότομα γυρνά και στο κενό μιλά.

    -Ποιος είσαι;

    Τέσσερα τα Η που στο ρετιρέ της τροχιάς με την ένταση φλερτάρουν και στο μεγάφωνο μιλούν.

    -Όχι ήταν ο 101. Αυτός μετά από την παραίνεση του Βοο, πρώτος την παρέμβαση του έκανε. Μικρή μεν αλλά καθώς απλώθηκε, η επίδραση της του σήμ Α ντική.

    -Εγώ του διά το φόνο διαπράττω και λέω πως το έκανε ο 011 και…

    Πριν προλάβει το τρίτο Η τον ήχο, παύση…

    -Κουτά μικρά της βίας, ο 111 ήταν ο πρώτος. Τα 3 με τις ακτίνες τους πλακώνονται και με κύματα ενέργειας το ένα το άλλο εξαντλεί.

    Στο τέλος όταν έχουν πια αδειάσει, το τέταρτο στην καρέκλα ανεβαίνει.

    -Φάνηκε πως την έκανε ένας από τους πρώτους, αλλά ο Βοο ήταν ο της δράσης. Είχε ήδη και στο παρελθόν την παρουσία του διακριτικά στην AwwA επιδείξει, αλλά εκείνο το ξημέρωμα…

    -Γκουχ και γκουχ, πέτρα μικρή βήχει ξεροβήχει. Τα 4 Η γυρνούν και την θωρούν.

    -Συγνώμη εμάς εδώ γιατί μας φέρατε, αν όχι την ιστορία μης ας πούμε. Τα φώτα από μπροστά της φεύγουν. Της χιλιάδας τα αντικείμενα, που από το παρελθόν, τους μάρτυρες έχουνε έρθει για να παίξουν.

    Σαν το Κουκούν του Άρη μοιάζει αυτό που την ιστορία συνεχίζει.

    -Οι του Εκεί ύπνο δε χρειάζονται σχεδόν καθόλου. Για ύπνο όμως θα χαρακτήριζες Εκεί να τα δευτερόλεπτα που δίχως ανάσα, ο χρόνος πίσω κλέβει από τ’ αστέρια και ο Ένα σε διάθεση ψηλάφησης μνημών, λες πως μπαίνει, αλλά στην πραγματικότητα οι πιο πάνω από αυτόν κάνουν τα δικά τους, αφήνοντας τον Ένα στο αυτόματο.

    Σ’ εκείνη τη σιγή κανένας ούτε καν 0 ένας εμπρός του δεν κοιτά. Λόγος δεν υπάρχει. Σ’ ένα τέτοιο του ρυθμού κενό και πέρασμα, ο Βοο έχοντας προϋπολογίσει, τροπο ποιεί τη μάνα του αυγού του σύμπαντος αυτού και τον Ένα ωθεί σε ασυνείδητες κινήσεις.

    Αυτός με μια ανάσα από φωτιά, δίχως οξυγόνο, τριχίδια της παγωμένης της σταγόνας θρομβώνει.

    -Αυτό ἦτο αρκετό. Βράχος δεκάδων χιλιάδων τόνων, το λόγο παίρνει, στην επιφάνεια του ακουμπά και στο φως των ήλιων ξεψαχνίζει.

    -Την πρώτη φορά, σ’ ένα φύλλο κόντρα στο ρεύμα του ανέμου ταραχή, το βλέμμα της AwwA μαγνητίζει, όταν αυτή κυλιόταν με τον χνουδωτό Mac Keri. Παιδί ακόμα, το κοίταξε επίμονα και μετά το ξέχασε και το προσπέρασε.

    -Ήταν όλα ακίνητα τη δεύτερη φορά, εκείνο το Μεσόβραδο του Να που η AwwA έκλαιγε για τη χαμένη αθωότητα, όταν ανακάλυψε το θάνατο. Στο κενό κοιτούσε, στον κανένα φώναζε και ανάμεσα στις κόρες και στην ασήμαντη εικόνα, δάκρυα γυμνά περνούσαν. Από πάνω προς τα κάτω.

    Εκτός από δύο, που από κάτω προς τα πάνω βάδισαν. Ξαφνιάστηκε τα μάτια σκούπισε.

    -Τι συμβαίνει ρώτησε, αλλά ουδείς, ούτε το πτώμα του μονόκερου που στα χαμά της κείτοταν, την ευθύνη δεν πήρε να μιλήσει.

    Άρχισε τότε να υποψιάζεται πως κάτι υπήρχε μυστικό, που όλοι έκρυβαν.

    Στην αρχή αυτό Νήστευε, αλλά με τον καιρό, πως ήταν κάτι που μόνο αυτή παρατηρούσε.

    -Μήπως δεν είμαι στα καλά μου; Να το πει σε ποιον που τρελή δε θα την πει.

    Ίπτανου μεγάλο, όσο μια παλάμη τα τούλια του τινάζει και από τη σκόνη της ερήμου καθαρίζει, λίγο πριν λαλήσει.

    Με τα τούλια στον αέρα γράφει…

    -Ο Ένα δίστασε αλλά μετά…

    Τρέμουλο κοφτό, της λίμνης το νερό.

    Παύση, τρέμουλο και παύση.

    -Ποιος είσαι; Σιγή και μετά αδιάκοπη βουή.

    -Δε σε βλέπω, αλλά σε νιώθω.

    Σιγή.

    -Υπάρχεις (!!)

    Τώρα της συνείδησης μέλος ενεργό η παρέμβαση του Ένα. Τα Άρτια από μακριά να κράζουν, φωνές που διαμαρτύρονται, τα σύμφωνα εξεγείρονται, τα φωνήεντα ουρλιάζουν, αλλά ποιος τους γράφει και σημασία σε αυτά δίνει;

    ΟΙ κακού φωνές.

    Από την άλλη οι φωνές των Περιττών, ήρεμα φωνήεντα, καθαρές οι στίξεις, των συμφώνων φιλικές φωνές.

    -Γιατί σταματάς;

    -Συνέχισε.

    -Νιώσε.

    -Θυμήσου.

    Ο Ένα άλογο σαν ένιωσε λεύτερο πως είναι, άρχισε να τρέχει.

    -Ραχτ! Τραζτ!! Κρταχτ!!!

    Και ρο τους παίρνει, επικοινωνία αβίαστη να αναπτύξουν. Σύμβολα, μοτίβα, μοντέλα που η AwwA συνάρτησε με τάξη, με ερεθίσματα που γεννούσαν αισθήματα και κανόνες έγραφαν και κώδικα με ένα μόνο Πλοπ!

    Της μιλούσε κι αυτή με ενθουσιασμό…

    -Μια τέτοια δύναμη με εμένα επαφή να έχει !..!...!.! και από χαρά με χορδές στα κύματα του, του τραγουδού σε.

    -Γιατί εμέ έχεις διαλέξει;

    -Μα γιατί ξεχωριστή σε συ.

    Στην ανασφάλεια του κύκλου και του τετραγώνου, αν μία της σφαίρας χάντρα, εσένα επιλέγει, ξεχνάς όλα τα υπόλοιπα και πουλί, θεά νιώθεις.

    Με τη γνώση του πριν, τώρα και μετά του κόσμου της, βοήθεια της έδωσε, μη αποκαλύπτοντας λεπτομέρειες περισσότερες από όσες χρειάζονταν.

    -Πως θα πεθάνω;

    -Ποια φορά; Τα μάτια της γουρλώνει και τα αυτιά της πεταρίζει.

    -Υπάρχει μετά;

    -Ναι.

    -Πως είναι;

    -Αν σου πω, γιατί να θες να ζήσεις;

    Μιλώντας, αναλύοντας, μαθαίνοντας, καλύβα έφτιαξε στο καλύτερο του δάσους το μνημείο. Με μικρές ωθήσεις και άλλοτε μεγάλες, παραινέσεις προς επιλογές ή συνθήκες που την υγεία της θωράκιζαν και τις πιθανότητες επιβίωσης βελτίωναν, τοποθετούσε.

    -Τώρα; Το ντουπ μονό, η AwwA ακίνητη. Το τεράστιο Ρούνι του Γου με τα άγρια και κοφτερά σαν ξυράφι ράμφη, την προβοσκίδα γύρω γύρω να γυρνά, τον εχθρό να πιάσει. Χρόνια πριν μια του Ερέ παρέμβαση, μια ανεξήγητη μετατόπιση μάζας στον Μ, μια της αλληλουχίας δέσμη πράξεων, δέκα χρόνια μετά και ο άνεμος γυρνά, δίχως έτσι την οσμή της AwwA το τέρας να συλλάβει. Από την άλλη αυτό γυρνά και την κοιλιά του ακάλυπτη αφήνει.

    Ντουπ! Ντουπ!

    Η AwwA το σκοινί απελευθερώνει, η παγίδα τις αιχμές της και ώρες αργότερα, το κρέας του Ρούνι τη μεθυστική του γεύση στο στομάχι της.

    Ο καιρός περνά, γερνά αλλά ποτέ δεν τους ξεχνά. Ο Έρε με το σύμπαν παίζει και τα ντόμινο των θεμελίων κβάντα με την πτώση. Τις κατάλληλες μεταβολές προκαλούν ώστε στην AwwA να επιδράσει. Στο νερό της λίμνης με τα ρεύματα σαν μαέστρος να καθοδηγεί, τόσο στη ροή όσο και στην ένταση, τη θερμότητα να μεταβάλλει με απίστευτη ακρίβεια και την AwwA σε μία τσουλήρθα παράδοσης φέρνει και δική του την κάνει.

    Για ώρα με τις απολήξεις παίζει, όπως ένας πιανίστας με τα πλήκτρα και σταδιακά στον ουρανό την φτάνει.

    Γλώσσες από νερό, που γλύφουν, ρυθμικά χτυπούν, ερεθίζουν, για μια στιγμή σιωπούν και μετά ξυπνούν και αλαφιασμένες τρέχουν προς πάσα κατεύθυνση.

    Όταν φτάνει, ο οργασμός για έξι μεπτά βαστά, στην ένταση υψηλό βαθμό βάζει και το αποτέλεσμα τα ζωντανά της περιοχής να σιμώσουν.

    -Τι συμβαίνει;

    -Τι Αυτό ήταν;

    -Μπου τι; Και που;

    Καμπάνα ή φυτό είναι αυτό που τον λόγο παίρνει και με το γλωσσίδι της στα τοιχώματα βροντά.

    -Εκεί τους συνάντησα για πρώτη φορά και για χρόνια τους παρατηρούσα από μακριά, έπειτα από Εκεί.

    Στην αρχή μονάχα αυτή, που σαν τρελή έμοιαζε με το Άλογο του Χάους να αλληλεπιδρά.

    Στη συνέχεια όμως, όπως και οι υπόλοιποι καταλήξαμε πως με το θεό μιλούσε.

    -Ποιο άλλο πλάσμα θα μπορούσε…

    -Γιατί αυτήν και όχι κάποιον από εμάς; Τι το ξεχωριστό έχει και αυτή διάλεξε ο θεός;

    Σύσκεψη κάναμε, οι πέτρες, τα χαλίκια, η σκόνη και οι άλλοι σβώλοι, την απάντηση να βρούμε.

    -Να είναι κόρη του;

    -Πώς απευθείας εμείς θα μιλούσαμε δίχως μεσάζοντα αυτή;

    -Πώς μαζί της επικοινωνεί;

    -Με ήχους, ακτίνες, της ενέργειας τα κύματα και δονήσεις.

    -Ποιος, ο πιο ευαίσθητος από εμάς;

    -Εγώ! Ικανή ήμουν να νιώσω τα πάντα και να διαχωρίσω τις δονήσεις των Μαρ, να ακούσω την μουρμούρα των μακρινών αστέρων. Στη γη, στον ουρανό, στο νερό και στη ξηρά, να σου πω το που το καθένα βρίσκεται.

    -Απομόνωσα και χαρτογράφησα τους ήχους των τριών, αλλά τίποτε δεν έμεινε. Χτύπησα το γλωσσίδι εκνευρισμένα και μετά ξανά χτένισα, με ποιο αργό ρυθμό τώρα, τους παλμούς και χτύπους κοιτώντας εκεί που πριν θεωρούσα δεδομένο, πως δεν είναι.

    -Με Π και μόνη, σε μια ανατολή του Π ειρηνική, σήμα διαφορετικό, μια παύση, ανάσα, σήμα, ακολουθώ και σε μια ουρά τα ίχνη του διαβάζω.

    -Ιδρώτα έσταξε ο χρόνος, μέχρι τα σήματα σε τάξη ‘γω να βάλω και ο λόγος ήταν απλός αλλά και τρομοκράτης.

    Οι Ένα δεν, μόνο μια φορά, σε μια χρονική στιγμή του δικού μας κόσμου έρχονταν. Αλλά πολλές, από διαφορετικές από αυτόν στιγμές.

    -Οι; Πολλές; Ένα από τα 25 Η, που τροχιές καλύπτουν γύρω από την Καμπάνα.

    -Ναι! Με τι αριθμό θα περιέγραφες το Ένα που από διαφορετικές στιγμές του Ένα στο ίδιο χωροχρονικό σημείο της AwwA έμπαιναν;

    Η AwwA έτρεχε, πετούσε, πλάσμα αέριο που έρρεε, βιαστικό για ‘μας. Ό Ένα έρχονταν από εμπρός και την κοιτούσε, ταυτόχρονα άλλος Ένα από πίσω, πλάγια, από πάνω ή από κάτω, άλλος Ένα καβάλα σε ένα πουλί, άλλος από τα χαμένος στη μυρωδιά ενός λουλουδιού που τη δική της, μέσα στη δική του έφερε, ένας Ένα στα πιο πέρα να δοκιμάζει ένα καρπό και στη γεύση του τη δική της έπαιρνε…

    -Δοκίμαζε; Η Καμπάνα, βήχει, φουσκώνει και γελά.

    -Εύκολο για αυτόν ήταν. Διάβαζε τα πάντα στα φωτόνια, που αλληλεπίδραση είχαν με τα πάντα. Τις πληροφορίες μετέφερε στο κόσμο του και ζωή τους έδινε στη σφαίρα του.

    -Το ίδιο κάνουν και τα δέντρα με τα χιλιάδες φύλλα. Ακόμα καλύτερα και των Αικ δέντρα, που στην ίδια σκηνή, μύριες οι του διαφορετικού αντιλήψεις, σε μια κορυφαία συνείδηση τη πληροφορία να δίνουν.

    Πόσο λοιπόν ο Ένα που στο άθλημα αυτό οι επιδόσεις του το άπειρο προσέγγιζαν σε σχέση με τα Αικ.

    -Μετά;

    -Η Καμπάνα θυμάται. Οι χτύποι μοιάζουν πένθιμοι, αλλά τη ζωή γιορτάζουν.

    -Μετά…

    ( -Μετά;

    -Πόσο Ένα και Ένα κάνει;

    -Εύκολο. Ένας αυτός και εκείνος ένας, τότε δύο.

    -Χμμμ.

    -Διαφωνείς;

    -Είναι αυτός ο Ένας ίδιος με εκεί νο το ένα;

    -Είναι σταθερή η τιμή τους ή μήπως καθώς ο χρόνος εμπειρίες και δώρα τους προσφέρει, μετατρέπει το σταθερό σε μεταβλητό;

    -Και αν ναι τότε, ένα και ένα ή χ συν χ + κάτι; )

     
  5. Ηλίας

    Ηλίας Γυμνός και ζωντανός, εσείς;

    -Με λένε AwwA (Me or Him)

    Stο της το παιδοίο Μάγχης

    Οι Άρχοντες με τα μαύρα

    της δεύτερης της τάξης

    Εκ/τορ Να Μαλό νουν για τη δουλειά στη Τροία

    -Πόλε πόλε πόλεμος, μόνο έτσι αυτοί θα στρώσουν.

    -Μα έχουν εξαντληθεί, me ποια φορμή και λόγο ποιο;

    -Εδώ τα έχω γραμμένα όλα, αρκεί να κάθετα να τα πω θετή σεις.

    War raW (της Κορέας)

    Ο σκύλος ύπουλα, ανάμεσα στα μαύρα πέπλα Ελλή σεται, οι Άρχ χαμπάρ τον ε παίρνουν και Φριξάρουν. Αυτός ο μαύρος τα σχέδια τους κλέβει και στο ρελαντί τους τρέχει.

    Max the Dog is thief

    Στο δρόμο τον Boo συναντά και τα σχέδια τους δίνει…

    Όταν νέος είσαι και πόδια, πτερύγια, πέπλα ή φτερά έχεις, τρέχεις, κουλ στο μπας, πλέεις στον αέρα ή πετάς, τη γνώση για τα χέρια σου ψηλά να ψάξεις, να μυρίσεις πρόστυχε, να γυμνή γνωρίσεις.

    Καθώς όμως τα χρόνια πάνω σου το boy σου μετρούν, τις άσκοπες κινήσεις αποφεύγεις, Πρόσεχε !, ενέργεια λιγότερη στα φανάρια για να δώσεις, στα 50 περιλαμβάνονται τα πάντα ¿?

    Όταν πιστεύεις πως τούτο το σώμα αυτό…

    …εσύ το έχεις δοκιμάσει .¡.

    Ένα σμήνος από της σκόνης κόκκους, την πλειοψηφία αποκτά και το γλωσσίδι της Καμπάνας παίρνει. Αυτή φωνάζει και διαμαρτύρεται, αλλά δίχως γλώσσα, άναρθρη, ανόητη και κουρά στη Νου.

    Στόματα πολλά, λέξεις που ταυτόχρονα ή με μο νω από μένα βγαίνουν. Οι κόκκοι της σκόνης, χορός που ψέλνει.

    -Τη φωνή της, θυμόμαστε να του λέει.

    -Πώς είναι να ζεις για πάντα; Ο Ερέ με τα του Αικ φύλα δέντρου, που σιμά της βαθιά στη γη ριζώνει, της απαντά.

    -Πώς είναι το μια στιγμή να ζεις;

    -Πώς το μηδέν θα μπορούσε ποτέ να συγκριθεί με το άπειρο;

    -Μια στιγμή τι για σε;

    -Μια ψευδαίσθηση που εμπρός τη ψάχνω, στο κόρφο μου φωλιάζει και όταν γυρνάω να την δω, έχει φύγει, έχει περάσει.

    -Το άπειρο, τα πάντα σκιάζει και στο θα κοιμάται, όταν εγώ στο είμαι στέκομαι και στο τώρα νήκω.

    -Πώς το προσεγγίζεις;

    -Πόσες φορές σε μια στιγμή θα ήθελες ξανά να ‘ρθεις;

    Η AwwA, χαμογέλασε, κεράσι ζουμερό, τραγούδησε, γάλα στον αφρό, τον κορμό αγκάλιασε και την υγρασία της του έδωσε να πιει.

    Με αυτή τη μορφή η AwwA άλλα πενήντα χρόνια έζησε και ο Ένα μαζί της 5 χιλιάδες χρόνια.

    Όταν η στιγμή του πρώτου τέλους έφτασε, ξάπλωσε στις παρυφές του δέντρου, τα μάτια έκλεισε και μαζί με την τελευταία της ανάσα και του “δύο” λέξεις.

    -Καλή αντάμωση, το δέντρο τρεμόπαιξε και μαζί της τελείωσε.

    Ο Ένα δεν πένθησε, σ’ αυτή τη μορφή όσες φορές ήθελε, να την ξαναβρεί μπορούσε, αλλά το σώμα της περιορισμό είχε από τη δική της, τη μεριά.

    Σε πολυτελή πολύφτερη πεταλούδα, τη συνείδηση της μετέφερε και σ’ ένα ταξίδι νέο, μαζί της πήγε.

    Βουτιές σε λίμνες αρωμάτων και θάλασσες χρωμάτων. Πέταξε, τα φτερά της άπλωσε και στέγνωσε στον ήλιο, την προβοσκίδα στο νέκταρ βύθισε και σαν το μαγικό αυλό, τους κόκκους της γύρης μάγεψε και τους σκόρπισε στο φως.

    Μόνο όμως μία μέρα.

    Το επόμενο σώμα που της δώρισε, ενός, με γούνα τρυφερή, σκληρού αρπακτικού.

    Η AwwA τη γη ένιωσε κάτω από τα χνουδωτά της πέλματα, να τρέμει, να υποχωρεί, να ανοίγει και στη σιωπή τον ήχο των βημάτων της να θάβει. Στάθηκε ακίνητη, οσμίστηκε, χτύπο ανήσυχο, υγρό που βράζει, σάρκα νευρική και αμέσως επιτέθηκε.

    Λεπτά μετά ανίκητη, με το αίμα και τη γεύση του κόκκινου χαλκού μέσα και πάνω της να ρέει άφθονο. Ένιωσε κυρίαρχος, πειρατής και κυνηγός.

    -Θέλεις κι άλλο;

    -Αφού την απάντηση τη ξέρεις, γιατί εσύ ρωτάς; Μου αρκεί ! Εσύ με τι τρέφεσαι;

    -Με τα ‘στέρια.

    -Νιώθεις μοναξιά; Η σιγή του αρρυθμία του συνηθισμένου, μια ανησυχία της γεννά, έχουν άραγε οι θεοί αδυναμία; Και αν ναι, τότε αυτή τι έχει;

    -Ναι και όχι. Με τους πάντες και τα πάντα μπορώ να αλληλοεπιδρώ, αλλά στο εσωτερικό μου σπίτι, στη του Εγώ φωλιά μου, τη δική μου την αλήθεια με κανέναν, ποτέ μου δεν μπορώ να μοιραστώ.

    -Γιατί;

    -Τρέχα! Τα ανακλαστικά της θηριώδη. Πριν το χα τη στίξη του προλάβει η AwwA μ’ ένα σάλτο έχει φύγει. Τα βέλη στη θέση που ξάπλωνε καρφώνονται.

    -Γιατί δεν με προειδοποίησες;

    -Λειψή θα ήταν η ζωή σου, αν το φόβο και την αδρεναλίνη του θύματος δε γευόσουν.

    Αυτή σταματά απότομα.

    -Δεν είμαι θύμα!! Δύο τα βέλη που στα μάτια που φλέγονται τη δική τους ορμή σβήνουν. Τεράστια η τρύπα που το μαχαίρι των κυνηγών στη ράχη της ανοίγουν.

    Ρόγχος, φούσκα και του κόκκινου μετάλλου η δική της γεύση, στο δικό της στόμα να πληρώνει.

    -Γιατί;

    -Τι θα είχες ζήσει, αν όχι το βίαιο το θάνατο;

    ( Kώδικας προ 3 Core critical Sun Day

    Continue?

    Εάν κάποιος από τον Δύο έως τον τελευταίο,

    είναι μικρότερος ή ίσος

    από την αρχική τιμή του -1,

    τότε εξαλείφεται.

    Αν είναι μεγαλύτερος ή ίσος

    από την αρχική τιμή του +1,

    τότε εξαλείφεται.

    Αν κάποιο από τα παραπάνω

    ισχύει για τον Ένα,

    τότε όλοι μετακινούνται στην επόμενη θέση

    και νέος Ένα δημιουργείται.

    Η αρχική τιμή του Νέου.

    Το 1.

    Next. )

     
  6. Ηλίας

    Ηλίας Γυμνός και ζωντανός, εσείς;

    AwwA (姫)

    Στους ναούς της Δεύτερης της τάξης

    Ο Max the Dog

    Δεν επιτρέπεται να μπει

    St ἦν αρχή θηλυκό δίποδο

    με το μέλλον να κλωσά αυγά.

    Pro χθες μία της νύχτας

    Πεταλούδα να Ζω μια έκλυτη ζωή.

    Χθες αρπακτικό στα τέσσερα να

    per πατώ

    με σάρκα για τροφή και αίμα

    για ποτό,

    ό,τι χρειάζεται, παιδιά να cano…

    Δεν πρόλαβα όμως…

    Όταν πεθαίνεις, ο ύπνος ο βαθύς το ξεχασμένο Θείο βρίσκει. Δεν θυμάσαι τι συμβαίνει, τον χρόνο δεν τον αντιλαμβάνεσαι, σε άλλο Νταβά ο πόρ νος χρό, το κάτι τις του δίνει, μια που τα μάτια κλείνεις και μετά…

    …ξανά ανοίγεις.

    Μόνο που τώρα μάτια δεν έχω. Ούτε την σαρκώδη μεγάλη μύτη, περήφανη για αυτήν και σίγουρα όχι τρύπια αυτιά.

    Όμως βλέπω, με επτάκις του ’58, τα μύρια, εύπλαστα του νερού, δίχως γωνίες πρίσματα, χαρίζοντας μου, μια πολυεδρική και σε διαφορετικά επίπεδα, εικόνα…

    …από το πιο πικρό ζωύφιο που πάνω μου ξαπλώνει, ως τον “α” που στην αθέατη πλευρά του, ένα θαύμα συντελείται.

    Ακούω τον κάθε ήχο, που τραντάζει τα micro σωματίδια, της υδάτινης επιφάνειας μου. Το σούρσιμο των φτερών ενός γ ήπα ετού που ψηλά πετά, παρακολουθώντας δύο Μετικάνους Γάλους που κολυμπάνε, βαθιά μέσα μου. Ακούω, το της έπαρσης λαχάνιασμα, ενός πράσινου κομήτη που από μακριά περνά…

    -Τρεις φορές ακόμα, πριν την σύγκρουση, μου ψιθυρίζει ερωτικά.

    Ακούω τις φλόγες από μία τεράστια του Πυρός Λαμίδα από το γειτονικό πλανήτη, τη βρωμιά μαζί με τα παιδιά της να κρύβει, στο πέμπτο επίπεδο της κατασκευής, που για σπίτι έχει πλάσει.

    Όσο για τη μυρωδιά…

    Ένα κύμα, λίγο, χίλια κύματα, λίμνες αρωμάτων που αιωρούνται, συναντιούνται, παλεύουν και το ένα το άλλο καταβροχθίζει. Άγρια και τεράστια θηρία της οσμής, να πολεμούν για την ολοκληρωτική κυριαρχία.

    Άλλα το πιο έντονο που η AwwA ένιωθε πως ήταν…

    Code after 3 core critical Sun day

    …τότε όλοι μετακινούνται στην επόμενη θέση.

    Ypo την Poυtin A

    For i=2 to N+1

    If A(i)>A(i+1) then

    A(i+1)=0

    If A(i+1)>A(i) then

    A(i)=0

    Next

    Neo Ένα δημιουργείται

    Η αρχική τιμή του Νέου

    Α(1)=Max of the matrix A

    Στο παρελθόν ως μια συνείδηση δικατάρτωρ αποφάσεις έπαιρνε και στον άμβωνα της κρίσης, μία μόνο πάντα ναι βαινε.

    Η πιο λαϊκοφιλής από τις δεκάδες άλλες, που στις μνήμες να διακριθούν παλεύαν, με κάθε μέσο.

    Τώρα όμως…

    Αν ως μία του ατομικού σταγόνα, τον κόσμο γύρω της “κοιτούσε” μία μονάχα η οπτική, από μάνα μία. Μία η ομάδα, η θρησκεία, η δεη ο λογία της ενέργεια, η του Αγίου τράπεζα.

    Αν όμως από μία έως Ν οι το συλλογισμού σταγόνες, ποικίλες οι αντιλήψεις, δεκάδες οι του δέους λογίες και άλλες τόσες των Three Skies.

    Το σωστό ή λάθος, τα δύο άκρα, το εδώ, το τέρμα από εκεί ή στο αντίθετο το ρεύμα μη το πέρας σου πουλάς, σε Χ ιλια δες τώρα αποχρώσεις, την παρουσία τους δηλώνουν και ισότητα ζητούν. All αυτά όταν μία μάζα του νερού της, τον κόσμο ατενίζει και στο τεφτεράκι της αντίληψης τις σημειώσεις γράφει.

    Αλλά όταν ολάκερη η μάζα της λίμνης

    AwwA στην έδρα ανέβαινε τότε…

    Της πήρε καιρό να μπορέσει να προσαρμοστεί, στις τρεις εσείς του κατό τα μύρια εμείς συνειδήσεις, που ταυτόχρονα, κοιτούσαν, μιλούσαν, ψήφιζαν και αποφάσιζαν και όταν τα κατάφερε…

    -Έτσι οι θεοί τον κόσμο βλέπουν;

    Ένα χαμόγελο ακούγεται στη πιο σιμά σταγόνα. Μετά δεκάδες ακόμα φτάνουν καθώς τη μάζα της στρέφει στο κέντρο της πηγής του κύματος.

    -Έτσι τα πλάσματα που σε πιο πάνω διάσταση ανήκουν και άπειρες οι εικόνες του κόσμου που κοιτούν από ψηλά, για να μια δική τους συνθέσουν.

    Η AwwA κοίταξε και είδε…

    Στο πρόσωπο του Ένα, την νεανική ορμή, τον ενθουσιασμό του μη προκατειλημμένου, το φως της αισιοδοξίας, να λαμπερά φωτίζει τα σοκ κάκια του εμπρός, μα στη συνέχεια είδε τις σκιές.

    Των δυο, τρία, τέσσερα…1144. Θέσεις στην ίδια θέση να λαμβάνουν στο παρασκήνιο και τις κινήσεις, δράσεις και σκέψεις του Ένα να επηρεάζουν.

    -Τι είστε;

    -Είμαι…, μια λέξη που ακούστηκε, άπειρες σχεδόν φορές και ακόμα περισσότερο η ηχώ της, από ένα στόμα που μιλούσε από διαφορετική του χρόνου κόρη…

    -Είμαι αυτός που από το μηδέν του χρόνου τον κόσμο όλον βλέπει, σκαλισμένο σε μια του χιονιού νιφάδα, αλλά μόνο εσύ να με καταλάβεις μπόρεσες.

    -Μπόρεσα; Η AwwA να αναρωτιέται ξεκίνησε μα να προλάβει δεν…

    -Είμαι αυτός που στη δεύτερη ευκαιρία τον Ένα να πείσω προσπαθώ, να σε αγνοήσει.

    -Είμαι αυτός που τώρα γνωρίζω πως σωστό ή λάθος, καλό ή κακό είναι ο ορισμός που δίνω σε αυτή ή στην αντίπερα μεριά, ώστε το Ο να εξαναγκάσω σε μια αΈναη ροή. Απαραίτητη για τη διαδρομή του της ενέργειας καμπούρα.

    -Είμαι ο τέταρτος, μη σου λέω τη χιοnoνιφάδα αγγίξεις.

    -Είμαι ο πέμπτος, πυρ σου λέω.

    -Όχι γιατί…

    -Ναι επειδή…

    -Είστε πολλοί…η AwwA στη σύγχυση ναυτία, τα ψάρια στη στεριά, τα «μάτια» κλείνει, υποδέχεται την Αν, οξυγόνο κλαίει, φιλί τους δίνει με στόματα που το πλήθος τους καλύπτουν και ο Ένα με χαμόγελο παιδιού της απαντά.

    -Ναι είμαι, ήμαστε πλήθος, η των ακίδων η λεγεώνα. Μ’ ένα πρόσωπο που δείχνει πως ξε ή δε ξέρει για τι ακριβώς μιλά.

    Η AwwA στο μέλλον προσπάθησε αρκετές φορές του Δαιδάλου το κουβάρι να ξεμπερδέψει, αλλά ο Ένα σα γλυκό και αφελές παιδί, γκρι και μάτσα της έδινε, σερβιρισμένο σε πως ρε λάν ινες poly επίπεδες πια τέλες απαντήσεις.

    Αν τις κοιτούσες από εδώ, άκυρες να μοιάζουν, μα την αμέσως επόμενη στιγμή στο κέντρο να ταιριάζουν.

    Η AwwA της σταθερότητας η κόρη, με ρίζες για θεμέλια ακόμα και στη ρευστή της φύση.

    -Μα πως μπορώ να αξιολογήσω αν αξίες, αρχές ή σταθερές δεν έχω; Νιώθω τη φαγούρα στο πυθμένα του βυθού μου, όποτε ακίνητη προσπαθώ να μείνω.

    -Άκου, δες, μύρισε και νιώσε. Η AwwA άκουσε, το έδαφος και τον πλανήτη που σε μια του μυχού του σκέψη λιώνεις.

    Ένας πλανήτης που συνεχώς κινούταν, είτε στο εσωτερικό ή στο κενό και με μύρια άλλους επικοινωνούσε. Στη τροχιά που οι “M” “α” “ρ” του επέτρεπαν να φτάσει, κύματα έστελνε εκμεταλλευόμενος την μέγιστη τιμή, σε φίλους μακρινούς, απαντήσεις για να πάρει, για τον μέλλον που ερχόταν να τον βρει.

    Και ερχόταν με τη μορφή ενός τεράστιου Μπενού, που βόλτες έκανε τον φλέρταρε και στο τέλος στην αγκαλιά θα έπεφτε με θέρμη…

    -Τι νόημα έχει Ερέ αν ακούω, βλέπω, νιώθω, αλλά δεν μπορώ να αντιδράσω;

    -Ποια η ρευστότητα της σάρκας σου, στη προηγούμενη ζωή;

    -Μόρια δεμένα, σκλάβοι σαν ένας, με αλυσίδες να βαδίζουν.

    -Τώρα τι;

    Του Μοριά η πάχνη, στο χώρο προσαρμόζονται και το σχήμα που αγγίζουν παίρνουν.

    -Γιατί;

    -Δε ξέρω.

    -Η μάζα που κατέχεις πάντα ίδια;

    -Όταν η Αν στα φουντώματα της φλέγεται, παιδιά μου φεύγουν. Εξατμίζονται και στον άνεμο πετούν, ξεχνούν και χάνονται. Δίχως ποτέ, κάτι νέο από ή για αυτά, να μαθαίνω.

    -Αν μόνο έδινες, τότε γιατί ακόμα να υπάρχεις;

    -Γιατί στα υγρά σεκλέτια του Να ή της Αν, μετανάστες από διάφορες μεριές του κόσμου έρχονται εδώ. Κάποιοι από κοντά, άλλοι από λίμνες μακρινές ή θάλασσες φευγάτες και οι ελάχιστοι από πλανήτες ξένους.

    -Τους άκουσες;

    -Ναι. Λέξεις που το βουητό τους μόλις χάνουν μου μεταφέρουν από μέρη ανοίκεια, αρώματα αλλότροπα, οσμές και γεύσεις ζωντανές. Για το δικαίωμα στη διαφορετικότητα τους χόρεψαν και τραγούδησαν, διάφανες εντός μου.

    Στην αρχή με τρόμαξε το Ξένο, αλλά στη συνέχεια το παιδικό μου εγώ μαζί τους χόρεψε.

    Μια κουκίδα στην εννιά της άμμου. Νέοι κανόνες, που το περιβάλλον τους γεννά. Σε διαφορετικές συνθήκες ο κόσμος τους υπόλογος.

    -Κάτι κοινό;

    -Η περιοδικότητα, η ταλάντωση, τροχοί που το άυλο είναι τους ή μη, μετέφερε σε δρόμους φανταστικούς ή όχι.

    Ο Ένα χαμογελά, ο 901 τον 902 στα δεξιά κυρώνει, η 42926 σε μία του απρόβλεπτου αποκάλυψη, μόνη μένει απέναντι από την AwwA και το φως της σβήνει. Ο Ένα κύμα του χαμού, το Ρα γελά.

    -Γιατί;

    -Δε ξέρω.

    -Είσαι σίγουρη πως όχι; Θα μπορούσε η γνώση να βρίσκεται στο βυθό, στα όστρακα του εγώ σου, περιμένοντας εσένα να πας και να τη βρεις;

    Η AwwA προβληματισμένη.

    Ο βυθός θολός.

    Τα κύματα μετέωρα, δρόμο στεγνό αφήνουν, τα καβούρια τρέχουν να περάσουν. Όταν το τελευταίο από μακριά ακούγεται…

    -Μπορεί. Πώς .;.

    -Την καίρια στιγμή, την κατάλληλη απάντηση θα δώσεις. Η AwwA ανασυντάσσεται.

    -Ναι, αλλά πάλι δεν μου είπες, πως εγώ θα δράσω, συν, επί, διά ή βράσω.

    -Όπως από αλλού σ’ e ‘σένα έρχονται σταγόνες, σπόροι υγροί, έτσι και οι δικοί σου αλλού πηγαίνουν. Κλώνοι λιλιπούτειοι, που τиν υπογραφή σου φέρουν.

    -Το έκανε; Το εικοστό και όγδοο ηλεκτρόνιο, στη σύγκρουση αστέρων τη παύση που ζητούν, τη βρίσκουν και μια κουβέντα αλλάζουν.

    -Ναι!! Μια γέφυρα υδάτινη, που μάζευε σταγόνες, τους έδενε στις νότες και με κύματα καβάλα στα φωτόνια, στα πέραντα του σύμπαντος τα έστελνε…

    Σε μία του Να ανάπαυλα με τον “M” να ζεσταίνει τρυφερά τις ακτές της, η AwwA χαλάρωνε κάτω από τη γαλάζια στέγη. Ζώα και φυτά σε λήθαργο και αυτά, ακίνητα να στέκουν στα αγάλματα, αιχμάλωτα στη θαλπωρή του ήλιου. Κάτι τρεμόπαιξε, μα στην αρχή σημασία δε του έδωσε.

    Μπορεί να ήταν ο Ένα. Καλός, γλυκός, ένας μικρός ήλιος και του θέρους ο θεός, μ’ ανάσα δε την άφηνε να πάρει. Συνέχισε στη ραστώνη τη σκιά της να χαζεύει, οπότε δεν αντιλήφθηκε τη διάφανη σφαίρα που υλοποιήθηκε στην ανατολική ακτή της.

    Το δέρμα της λευκό, διαμπερές στον ήλιο, με του Δούνα Be γαλάζιες φλέβες να διατρέχουν το ψιλόλιγνο κορμί της.

    Του ρουμπινιού οι καταρράκτες, τα πλούσια μαλλιά της, να διχοτομούν τα κύματα του ήχου καθώς ναι μυζούν γύρω από το σταθερό per και πάτημα τους.

    Το αριστερό της πόδι μέσα στο νερό της AwwA βάζει και η δεύτερη στο ηλεκτρικό το ρεύμα τινάζεται, σε του το σημείο του βρασμού στα ουκ και ράνια.

    Μάζες μεγάλες υδάτινες που σε χιλιοστά του χρόνου υδρατμοί και μετά μονά Τ και moi. Σύννεφα ψηλά που στον ήλιο σκύβουν, το φως του κρύβουν και η AwwA πληροφορίες δέχεται με ταχύτητα μεγάλη.

    Από συμβάν και σύμπαντα, ξένα με το δικό της.

    Δεύτερο το πόδι, το μάγμα πλάσμα, άλμα κουτσό, βουτά. Η κοπέλα στο εσωτερικό της AwwA χώνεται και στο σώμα της γραμμένη με μελάνη ιστορία από ταξίδια σ’ ένα, δύο, τρία, δεκάδες άνθη, έτσι τα ονόμασε αυτή.

    -Άνθη;

    -Ναι λουλούδια ενός τεράστιου κάκτου που τα άνθη της είναι σύμπαντα και εμείς σ’ ένα από αυτά ανήκουμε.

    -Ποια είσαι; Το κορίτσι το κορμί της σπάει, οι λέξεις αποκαλύπτουν άλλες ιστορίες, τα χείλια της ανοίγει και μια μικρή φυσαλίδα με το αγέρι που μέσα της βαστά, στα μόρια της AwwA στέλνει.

    -Tea, τ’ όνομα μου.

    -Μ’ ακούς;

    -Ναι.

    (- Το ένα χέρι σε τούτο το βουνό και το άλλο σ ε αυτό.

    -Κύριε άλλο γω πια δεν αντέχω, μια ταπεινή πιστή και ακόλουθος Σας, θα μου πείτε τη συνέχεια σας πρω καλώ.

    -Για να καταλάβεις τη συνέχεια, θα πρέπει πρώτα να αντιληφθείς την…

    …πάρα πολύ μεγάλης σηmαcίαs, πράξη της…

    Διχοτόμηση .!. σσσςςς )

     
  7. Ηλίας

    Ηλίας Γυμνός και ζωντανός, εσείς;

    ==AwwA==28223==

    {Raw War}

    [Η βίαιη προσπάθεια εξοικονόμησης…]

    Ο 252 στα αριστερά του 251 στάθηκε. Στα δεξιά του κέντρου, το 250 στο έδαφος να κείτεται. Τα της ψυχής του παράθυρα του, στο κενό να δείχνουν.

    Εμπρός τους, το Αν. Επόπτης, κριτής, δικαστής και εκτελεστής. Στη ζυγαριά τους βάζει και την απόφαση του παίρνει.

    Εκτός ο 251. Περίλυπος αυτός, ταπεινά την απόφαση του Αν δέχεται, τις ραφές ανοίγει και η άμμος του στο έδαφος χύνεται. Τροφή για τους λοιπούς.

    {AwwA}

    (Οι λίμνες φύλο δεν έχουν ή μήπως…)

    -Από κόσμους άλλους, τι κοινό μ’ αυτόν; Η AwwA μ’ ένα χάδι το σώμα της Tea, τρυφερά απιθώνει σ’ ένα νέφος από σταγόνες και φυσαλίδες οξυγόνου. Το νευρικό της τον ιστό να ξεμπερδεύουν, χώρο να δώσουν ώστε τα ερεθίσματα να είναι διακριτά.

    -Παντού, ζωντανά και μη, σε μια τραμπάλα, τον χρόνο τους να δίνουν για μια θέση πιο ψηλά και να ρωτιούνται μεταξύ τους…

    -Εκεί καλύτερα λες να είναι;

    Ή μήπως από τον πάτο, τους άλλους στα ψηλά να παγιδεύουμε και τις τύχες τους στα πόδια τους να έχουμε;

    Φιλιάδες τα υγρά, από νερό δάχτυλα μικρά της AwwA, στο κορμί της Tea να χαράζουν τη του Φ th σπείρα. Μελωδία να παράγουν και οι αισθήσεις της να γεννούν κοσμήματα πολύτιμα.

    -Αχχχ η Tea το σώμα της τεντώνει, τα χείλια της δαγκώνει και μετά αφήνεται.

    -Όταν θέσεις σταθερές καταλαμβάνουν οι κατακτητές;

    -Σταθερές; Ένα γέλιο μικρό, με ένα του πόθου γράμμα, από τα καλλιγραφικά αγκαθωτά συρματοπλέγματα της Tea ξεφεύγουν.

    -Κάθε θέση ή σημείο σταθερό, από μακριά τους θηρευτές καλεί και ποθητή προβάλλει τη θωριά της. Εκ νέου απαιτεί να κατακτηθεί.

    Πόλεμος. Σύγκρουση. Ένα ανελέητο σφυροκόπημα, μέχρι οι βασιλιάδες των θέσεων αυτών να πέσουν και άλλοι στη θέση τους να ‘νέβουν.

    Τα δάχτυλα της AwwA αγκίδες βγάζουν, μύτη της καρφίτσας και στο κενό της σπείρας, που είχαν πλάσει βυθίζονται απότομα. Το σώμα της Tea σε καμάρα του μεγίστου φέρνουν για τρία δευτερόλεπτα, την κρατούν καθώς εκρήξεις μικρό οργασμικές ξεσπούν και φωτιά στη ψυχή της βάζουν. Εκρήξεις που σέρνονται προς το κέντρο ένα, ενώνονται μια κεντρική να φτιάξουν. Αλλά πριν αυτό συμβεί η AwwA σταματά και το κορμί της Tea στο ελάχιστο επιτρέπει να προσέλθει.

    Η Tea χαμογελά και κόκκινο φιλί, του αίματος, στο νερό αφήνει.

    -Ακριβώς έτσι !

    -Ο λόγος;

    -Οι Κηπουροί θα ξέρουν.

    -Οι keep ουρί;

    {Η <Δεύτερη> η τάξη αναζητά ενόχους. Η \πρώτη/ μόνο ηγέτες}

    -Αμέτρητα τα μίλια στις ακτές της Ανδαλουσίας, που οι κάκτοι μεγαλώνουν και σε καθένα από αυτούς με τις οκάδες, τα λουλούδια σύμπαν.

    -Τι άλλο συνάντησες που σε αυτούς τους κόσμους κοινό ήταν;

    -Τις τριάδες. Άλλη μια έκρηξη, παρ ολίγον η κορύφωση και επιστροφή στη θέση της παράδοσης, περνώντας πρώτα από τη λεπτή επιφάνεια της θέσης ισορροπίας.

    -Τριάδες;

    -Πλάσματα παράξενα. Οντότητα μία ή τρεις; Τρεις ή μία; Κάθε του παρόντος πρόσωπο, μαζί και χώρια στέκονταν, με αυτά του παρελθόντος αλλά και του μέλλοντος. Όχι από θέσεις πάντα ίδιες.

    -Μαζί και χώρια;

    -Χώρια, αν το 0 απόσταση το λες. Μαζί, αν το τρία ένα.

    {Max the God is dead}

    Γουφ ?!⸮

    O 721 απέναντι από τον 720 βρέθηκε και τα πυρά του προς το κέντρο επέστρεψε.

    Αντανακλάσεις του λευκού φωτός τα ίχνη που αφήνει, τη συχνότητα του τράβηξε από τις στιγμές που τρέμουν και στο τραπέζι του νερού πέταξε.

    Αντιστάθηκε αυτό, μα στο τέλος συγχρονίστηκε. Μετά ήταν η σειρά του 720. Τα όνειρα του αυτό ξερίζωσε από τη βαθιά του μνήμη, πάνω από το νερό βάστηξε για μέρα μία και μετά τα άφησε να πέσουν.

    Τσουνάμι ψηλό σηκώθηκε γκρεμίζοντας γνωστά του Μέσου Λόγιου Λιμάνια. Ο Δήμιος και των σκιών του θηρευτής τον 721, δίχως δισταγμό δείχνει ως ένοχο.

    Αυτός τους κοιτά και μετά να φύγει προσπαθεί.

    Αλλά πως το δέντρο από τις δικές του ρίζες να ξεφύγει;

    Σε της πόκας τα σανίδια, τα γνωστά μας ροκανίδια, τα κόκκαλα του σκόνη, υλικό για κούκλες φουσκωτές.

    Ο Ερέ και Ένα, τη στιγμή του μηδέν περιμετρικά αγκαλιάζει με τα άπειρα σχεδόν αντιληπτικά του όργανα, της σφαίρας που αυτός αποτελούσε.

    Γύρω του οι άλλοι από τα δυο και πάνω, απασχολημένοι με τη διαίρεση που διεξαγόταν. Την Tea ψηλάφησε σε κάθε της ταλάντωση. Από αυτές του πιο μικρού μικρές έως τις πιο μεγάλες.

    -Από που ήρθε; Άγνωστη.

    -Τι ψάχνει; Γνωστή η απάντηση, τη συνάντησε στη γεύση που οι αισθήσεις της, ανά πες γνωσμένα, ανά ζητούσαν.

    Τον Νίκο και τον New.

    Τα υπόλοιπα που στην συμπεριφορά της διάβασε, μια λεπτομερή περιγραφή των δικών της, από αυτούς μνημών. Τον New τον είχε ξανά συναντήσει, τουλάχιστον δυο φορές ακόμη, από τότε που στις σφαίρες μπήκαν.

    Τη μια ως αντίπαλοι και την άλλη ως εραστές και φίλοι.

    Τον Νίκο όχι. Αυτόν έψαχνε ο Ένα για να τον βοηθήσει. Με μικρές δονήσεις, σύμβολα τυφλών χαραγμένα υποδόρια στα κύματα των μεγαλύτερων που στην AwwA έστελνε, μέσα στο υποσυνείδητο της σκάλισε τάσεις και προτάσεις.

    -Τι ψάχνεις; Η AwwA χαλάρωσε τις ελεγχόμενες επιδρομές με τα μύρια μικρά της μόρια, στο σώμα της Tea και μια ανάσα θαλπωρής της επέτρεψε να πάρει. Το κορμί της δεύτερης έμοιαζε φωτιά να έχει πάρει και όποιο άλλο ζωντανό, χαμένο θα ήταν μέσα σ’ αυτά τα κύματα του πόθου.

    Όχι όμως η Tea. Άλλο ένα χαμόγελο στο κόκκινο φάσμα των χρωμάτων. Αξιοποιεί τη θα και πλώρη και από ένα εικονικό παράθυρο στο δωμάτιο των μνημών, το μικρό της μαξιλάρι τη βρίσκει στη μπαλκονόπορτα να υποδέχεται την άνοιξη. Σ’ ένα άλλο τη γεύση του φιλιού του που σβήνει αργά στο στόμα της, κουράγιο και επιστροφή στο τώρα.

    Αποδέχεται τη χημεία και ξεκουράζει την αυτοκυριαρχία της, από της υψηλής της έντασης και διάρκειας ηδονή που έχει δεχθεί.

    -Κάποιον…

    -Ποιον;

    -Που ακολουθώ..

    -Γιατί; Αγάπη;

    -Ναι τον αγαπώ, αλλά όχι γι’ αυτό.

    -Τότε;

    -Γιατί νιώθω πως ξέρει.

    -Τι;

    -Ποιος τις λέξεις της ζωής μας γράφει. Η AwwA νιώθει πως αυτό αρκεί, η στιγμή κατάλληλα γδύνεται, μια της εντολή και ένα κύμα ενιαίο, το σώμα της Tea χτυπά, με μόρια θερμό δονούμενα σε ερωτική μανία.

    Το σώμα της Tea διαστέλλεται σε μέτρα αφύσικα, μετά σε Χ δίνεται και μία τώρα η εστία, το πλήθος την ενέργεια συγκεντρώνει της εξαναγκασμένης ταλάντωσης, η κορύφωση και στο τέλος η έκρηξη.

    Γλώσσες πύρινες που τα νεύρα γλύφουν κι ένας ο οργασμός που για πέντε λεπτά βαστά…

    Ώρες μετά η Tea από το νερό της βγαίνει.

    -Ευχαριστώ. Το χέρι της το νερό χτενίζει.

    -Ξέρεις;

    -Ναι.

    -Και το πότε; Η AwwA πριν μιλήσει προς τους ήλιους “M” “a” “r” στρέφεται, μετρά και…

    -Τίποτε δεν έχει αλλάξει. Σε 72 μήνες.

    -Ίσως κάπου, κάποτε, εμείς ξανά συστηθούμε.

    -Ίσως μια φυσαλίδα, η AwwA να την αντιληφθεί δεν προλά και βαίνει και η Tea χάνεται. Ο Ένα Ερέ, μια τρύπα μαύρη μικρή σα χάδι, μόνο νιώθει στο άγγιγμα του.

    Μέσα της δεν δύναται να μπει, αλλά το που αυτή οδηγεί ναι καταγράψει ναι.

    -Χρήσιμο!

    {Η /πρώτη\ τάξη ψάχνει για θύτες. Η \δεύτερη/ για θύματα}

    Ο Βοο της πρώτης και της δεύτερης αλάνι, τη χρυσή του μάσκα φόρεσε, τη ποδιά του ξέπλυνε στην ποταμιά του Αυσονίου, τη κούκου Λα στον εαυτό του κέρασε, αυτή που όμορφο τον έκανε πολύ και τη Θέμις 24 από την κόμη κράτησε.

    Η Θέμις το όπλο ή οπλή του Βoo φιλά, από τα κάτεργα σηκώνεται, στο αριστερό της χέρι ο ζυγός και στο δεξί η σπάθα.

    Στα φιγουρίνια της Θέμις τις σφαίρες του 2821 και 2822, στα κρεμαστά γαντζώνουν.

    -Κάτσε Αντώνη.

    -Όχι εμένα, πετάγεται η 2821.

    -Γιατί;

    -Είμαι πολύτιμος.

    -Ος ή η; Γιατί;

    -Είμαι πιο νέος από τον ‘2.

    -Γι’ αυτό. Η Θέμις το μαχαίρι μπήγει βαθιά στο σώμα του 2821, αυτό ανοίγει σαν της άνοιξης λουλούδι και όλη η άμμος του στο έδαφος τραχανά να απλώνει.

    2823 με 2822

    -Όχι εμέ. 2822

    -Γιατί;

    -Είμαι ο πιο άχρηστος. Ο Βοο τον ‘3 δείχνει στην Θέμις, αλλά αυτή τυφλή και τώρα η άμμος της ‘2, τις λακκούβες να μπαζώνει.

    Η σοφή επιλογή και εκτέλεση συνεχίζεται και ο σάκος ο ένας μετά τον άλλον σκίζονται.

    Ο 2823 γιατί μετά το λάθος, πάντα μετά ακολουθεί το πάθος.

    Ο 2824 γιατί μετά το πάθος, έρχεται το μάθος.

    Ο 2825 ως σωστό.

    Ο 2826 γιατί όχι;

    Ο 2827 κατά λάθος.

    Οι 2828,2829,2830,2831,2832,2833, με μια φωτιά γιατί η Θέμις κουράστηκε έναν έναν να τους μετρά. Άλλωστε είχε και το ματς μετά.

    Οι 2834,2835,2836,2837,2838,γιατί ήθελαν να σπουδάσουν και τον κόσμο να αλλάξουν. Τον κόσμο δεν ρώτησαν.

    Οι 2839,2840,2841,2842, γιατί είχαν άποψη. Αυτή δεν είχε.

    Οι 2843,2844,2845, γιατί δεν είχαν.

    Οι 2846,2847, γιατί ήταν δεξιοί.

    Ο 2848, γιατί ήταν αμφιδέξιος.

    Οι 2849,2859, γιατί ήταν αριστεροί.

    Οι 2860,2861,2862,2863,2864,2865,2866,2867,2868,2869,2870, γιατί ψήφιζαν “Κανένας» . Το άλλο όνομα του Οδυσσέα.

    Τον 2871 γιατί Ναι B[oo]-[..i.i.ii.ii..i.ii.i…]

    Αυτόν απολαυστικά η Θέμις 24 με καρφίτσα τον τρυπούσε, μέχρι που η γάτα του Σρεκ που μέσα στο σάκο του βρισκόταν, απηύδησε και έκανε ηρωική έξοδο. Η Άμμος του στην έρημο Σαχάρα σκόρπισε στους τρεις ανέμους.

    Ο 2872 θύμα της αφέλειας.

    Ο 2873 θύμα της πλεονεξίας.

    Ο 2874 της ανικανότητας.

    Ο 2875 του ψέματος.

    Ο 2876 της αλήθειας.

    -Ποια αλήθεια ?|? φώναξε ο Boo.

    -Και ο 2877;

    -Γιατί πάντα απαιτείται και μια θυσία…

    (-Θέλω κι άλλο… Ο Ντόναλντ Ντάξ, με τον Σκρουτζ Βαν Μασκ θέση αλλάζουν απέναντι στον Πούτιν.

    Θυμώνει και αυτός και κόλπο δίνει.

    Η λίμην AwwA (ναι λίμνη εννοώ και οχί λιμάνι), τον μετεωρίτη βλέπει τον εαυτό να προβάλει στον ουρανό. Φωτεινός, δεσποτικός, τρομακτικός τους ήλιους να τρομάζει. Μια τελευταία αντιληπτική ανάσα και την τελευταία της γεύση από αυτόν τον κόσμο μέσα της τραβά.

    Μνήμη, μικρή, έμβρυο στα σπλάχνα της που σε άλλο κόσμο θα ‘ρθει;

    Έγκυος;

    Ένα θύμα παραπάνω;

    Λίγα μόνο μέτρα από το έδαφος της σύγκρουσης και οι σταγόνες της AwwA παρασυρμένες από την χαοτική διπλής κατεύθυνσης βαρύτητα στον αέρα να επιπλέουν, μια λέξη μόνο…

    -Ευχαριστώ.

    Η σύγκρουση.

    Η έκρηξη.

    Η φωτιά.

    Το τέλος.

    Το μόρια της AwwA στο σύμπαν πια…

    Συνεχίζεται)

     
  8. Ηλίας

    Ηλίας Γυμνός και ζωντανός, εσείς;

    -Με λένε…

    -εε.

    -ε..Α.;/¨\;.

    … δε θυμάμαι.

    Το σώμα μου γυμνό. Μυρίζει χώμα, λάσπη και ο χώρος είναι στενός. Το κορμί μου στο ανά και πόδια διπλωμένα. Προσπαθώ να κινηθώ, αλλά το στήθος στα τοιχώματα του βαρελιού τρίβεται…

    …πόνος!

    Θυμάμαι!!

    -Με λένε Άννα!! Βρίσκομαι αιχμάλωτη ενός τρελού, που με φωνάζει AwwA!!!

    -Σας παρακαλώ!

    -Βοήθεια!!

    -Μ’ ακούει κανείς!!! Είμαι κλεισμένη σε ένα βαρ έλι και βαθιά στο βούρκο θα μένη!!!!!

    War raW ( Εμ φύλιος)

    O 1757 από τη Γλασκόβη του ξυπνά και τη Φούσκα του τεντώνει. Η διόγκωση Μουνγκή, ώστε κανένας από τους γείτονες να μην αντιληφθεί τον κίνδυνο.

    Φωνές πολλές από το εσωτερικό να προσπαθούν να τον αποτρέψουν, αλλά μόνο σε μία υποχείριο αυτός.

    -Κι άλλο σου λέω Φούσκα κι άλλο! Νιώθει τον πόνο καθώς οι αναμνήσεις του διώκονται παραμορφωμένες.

    -Κι άλλο Φούσκα, σου λέω κι άλλο!! Νιώθει την οργή, για μια ζωή που πάλεψε, κουράστηκε και με θυσίες την ε στόλισε, τέτοιο τέλος να ‘χει.

    -ΚΙ ΑΛΛΟ!!! Με τσεκούρι την οργή χτυπά στον πόνο και με τη δύναμη που του δωρίζει η παραφροσύνη φουσκώνει κι άλλο…

    -Πλοποποφφφ! Ήχος γλυκός, εθιστικός και από τους ζαχαροψυχοπλάστες παιχνιδιών, αριστοτεχνικά φτιαγμένος.

    -Λοιπόν ? ⸮ Η Θέμις 25, ξυρισμένη μ’ ένα του μούστου μικρό τετραγωνάκι να την διακρίνει από τις άλλες, στα γόνατα, στα τέσσερα τον Βουκέφαλά να κοιτά μάτια, αναμένοντας την αναγνώριση.

    -Γλυκό, αλλά μικρό και λίγο. Πόσο σου πήρε γι’ αυτό;

    -249 μήνες. Υγρά που στάζουν από τα σύννεφα της Θέμις και όχι αυτά που ήθελε.

    -Θέλω κάτι θεαματικό, πιο βίαιο και πιο ομοφοvικό.

    -Μάλιστα Αφέντη, ό,τι πείτε Αφέντη, η δούλα σας αυτόματο το θέλω σας να φέρνει Αφέντη.

    Τους αμμοσκώληκες που τσιμπούσι κάνουν στα αποδομημένα κουφάρια των 1755,’56,’58,’59,’60 και 1761 συνθλίβει θυμωμένη και τρέχει να προλάβει.

    Ο Βοο στο βαριετέ στημένος να ξεφυσά και να στοχεύει.

    -Τον επόμενο!

    Ο 764 τα λουλούδια του χτενίζει, το μπαλκόνι του τινάζει, μια γουλιά fake, την πυρηνική ανάβει και στον παράδεισο οδηγεί ένα μύριο από τα αριστερά κι άλλο ένα από τα δεξιά. Οι στερνές του λέξεις…

    -Για τον Ένα ρε γαμώτο! Ο ήχος; Δύο μύρια πλοποποφ που ενώθηκαν σε Ένα εντυπωσιασμού:

    -Μπλαντ!!!

    Ήχοι του μετάλλου. Μπι χλιδή και μπίδια ακούγονται και η AwwA από το σκοτάδι σέρνεται στα τέσσερα σα βρέφος. Βλέφαρα δεν έχει. Τι να τα κάνεις αν δεν έχεις μάτια;

    Το σκοτάδι με μια του θολού, ροή πηχτή μπερδεύεται και το φως το πάνω βρίσκει και σα ξένο αναδύεται από το βούρκο. Σύννεφα παντού την εικόνα να της κρύβουν.

    -Ποια είμαι;

    -Χρόνο δώσε στο ζητιάνο και το όνομα σου θα βρεθεί.

    Η φωνή του άγνωστη, αλλά το συναίσθημα που προκαλεί οικείο.

    -Ποιος είσαι;

    -Χώρο δώσε στα παιδιά να παίξουν και τη γαλήνη τους θα βρουν.

    Το σκοτάδι φοβισμένο φεύγει, το φως άναρχα καλπάζει, οι σκέψεις στο Κατάρ πιεσμένες φυσαλίδες στην λάσπη την αγνή. Εικόνες έρχονται, χωρίς να φεύγουν…

    Αυγό. Παιδί. Γυναίκα. Η AwwA. Πεταλούδα. Αρπακτικό. Δέντρο και στο τέλος…

    …λίμνη. Ουρανός στο Μπλαντ βαμμένος.

    -Λάβα είναι αυτό μαμά ή πουλί που φλέγεται;

    Η αρχή, η κατάκτηση, η πτώση, η σύγκρουση και ο Μπενού στον υγρό κόλπο της πλάνης, της πολύτιμης της γαίας, να καρφώνεται βαθιά. Ο θάνατος…

    Το τίποτα. Δίχως όνειρα, όρια, συνείδηση μοναχική ή συλλογική βούληση. Η λάσπη φτιαγμένη από σκιές και φως την τάξη βρίσκει και της πόρτα της, την πρώτη μέρα, την χτυπά…

    -Συγνώμη ποια τάξη είναι αυτή;

    -Η Δεύτερη.

    -Να μπω;

    -Την προσευχή σου έκανες;

    -Σπ εοιο εθό; Τα γράμματα της λιώνουν και…

    -Ξέρω ποια είμαι;

    -Ποια ήσουν, να είσαι τώρα ποια;

    -Η AwwA !

    -Ήσουν.

    -Εσύ;

    -Ένα με φωνάζουν, Ερέ για σ’ ένα. Η AwwA τώρα νιώθει ξαστεριά. Μπροστά της αυτός, μια σφαίρα λαμπερή, με πετσί που τρέμει, χρώματα αλλάζει, κύματα παράγει. Μικρά κι απλά, αλλά από κοντά χάνεσαι στα του σχεδόν τα άπειρα, του πολύ τα επίπεδα.

    Πίσω του μακριά, σκιές αχνές φιγούρες από σφαίρες που πολεμούν και η μία την άλλη σκίζει και σκοτώνει.

    Εμφύλιος.

    Άκρο θέλει, άκρο πλάθει, άκρο απλώνει τον Ένα για να αγγίξει. Το άκρο της ακουμπά μία υδάτινη, αδιάφανη επιφάνεια που σαν καθρέπτης λειτουργεί.

    Το σοκ μεγάλο. Ο τρόμος ισοπεδωτικός. Η κραυγή του…

    Max the Dog!!

    -Βοήθεια!!!

    -Με λένε AwwA και ζητώ βοήθεια, μ’ ακούει κανείς;

    -Είμαι θαμμένη, μπορεί κάποιος από εδώ να με ξεθάψει;!;

    Στα σκοτεινά του σύμπαντος μονού τα πάτια, ο Καν ένας την ύπαρξη του μόνο Καν ει. Σ’ ένα από αυτά μία φυσαλίδα από το πουθενά τη παρουσία φέρνει.

    Μέσα της πλάσμα παλιό κι οικείο. Σώμα αϊτού, κεφάλι φαλακρού μα γλάρου. Μουστάκα υπερμεγέθη και δίπλα του ένας κύβος διάτρητος από μύρια μικρά φωτάκια.

    Ο New που πρώτο boy δεν το λες, δύο φορές στο μπόι από τον κύβο.

    Ήχοι ακούγονται, ασύνδετοι της μηχανής τραγούδι. Ο New γυρνά και τον κοιτά, δίχως η μουστάκα από το βάρος να λυγίζει. Η φυσαλίδα στο αφιλόξενο το έξω άθικτη.

    -Εδώ είμαστε Των.

    -Μπδηξη.

    -Πώς το μηδέν θα δεις; Χρόνο χρειάζεσαι ώστε ο χώρος μάζα να αποκτήσει. Αλληλένδετα τα δύο και αλληλεξαρτημένα.

    -Νκρξ.

    -Οι Εκεί χρόνια τους πήρε το μηδέν να κατακτήσουν. Το κατάφεραν όταν τη συνείδηση τους μετέφεραν στα φωτόνια.

    -Λφχχκμ.

    -Αν οι υπολογισμοί μου είναι σωστοί σε 1,3 εκατομμύρια από αυτά και στο καΘΕνα τους, τρις εκατό και μύρια οι του Εκεί που από τον Ένα πλάθονται.

    -Ζζκλμπλ

    -Α αα είναι εύκολο. Τα συγκεκριμένα είναι δίδυμα φωτόνια. Δύο στην ίδια θέση. Αν τη συχνότητα τους προσεκτικά παρατηρήσεις δύο φωνές θα ακούσεις να φωνάζουν.

    -Εαοεαο!!

    -Σσσς τώρα, άσε με να ακούσω. Σύμφωνα με τις μετρήσεις μου, ένα τέτοιο από εδώ στις ράγες θα περάσει.

    -Τς αφ Τς ουφ[..]

    -Το βρήκα!!! Η Θέμις 26 στο ζύγι της κρατά, ανάποδο της βαρύτητας μαγνήτη.

    -Είναι απλό, πολύ απλό. Ο Βοο με τα αυτιά ανά και σηκωμένα και την υπεροψία να τον σκεπάζει σαν χαίτη πλούσια, την κοιτά.

    -Θα κάνει αυτό νομίζεις τη δουλειά του;

    -Είμαι σίγουρη !!! φωνάζει με δύναμη η Θέμις μήπως και το πιστέψει.

    H Θέμις την επεξήγηση αρχίζει και το χαμόγελο του Βοο από σπόρος του αθώου σε δαιμονική του περί κοκλάδα καταλήγει που καταπίνει ήλιους…

    -Σας παρακαλώ, σας ικετεύω, τα μάτια μου σας δίνω, καρδιά δεν έχει κανένας από εσάς;

    Λυγμοί που κομματιάζονται σε χιλιάδες μικρές νιφάδες.

    -Σας παρακαλώ, μ’ ακούει κανείς; Η φωνή της μοναξιάς παγώνι που καίει τα φτερά του. Πόνο της προσφέρει αφρώδης με μπουρπού και σκλήθρες που βασανίζουν τις αιχμάλωτες, τεμαχισμένες μνήμες.

    Η AwwA πονά, αλλά συγχρόνως μιας σκοτεινής απόλαυσης πηγή τα σπλάχνα της θωπεύει.

    Αν είχε χείλη θα τα δάγκωνε, κεφάλι θα γυρνούσε καθώς του λέει…

    -Σταμάτα!!!

    -Να μου προκαλείς πόνο…

    -Εγώ ή εσύ;

    -Μα αν τον προκαλώ εγώ, τότε γιατί εγώ να νιώθω ευχαρίστηση;

    -Εσύ ή εγώ; Δύσκολο θα σου είναι στην αρχή, αλλά με τον καιρό θα το συνηθίσεις, τη φωνή του ακούει αλλά από που;

    -Να; Τι;

    -Που μόνη νομίζεις πως είσαι, αλλά ποτέ πραγματικά δεν είσαι; Από μέσα της νιώθει πως έρχεται ή μήπως αυτή, μέσα σ’ αυτόν να σέρνεται; Αυτή είναι η αίσθηση της παράνοιας; Μα τότε πως γνώση και άποψη έχει για αυτήν;

    Η AwwA το κεφάλι της κουνά, μα δεν έχει, ενστικτωδώς μια εικόνα φυτρώνει από τη φαντασία της και πλάσματα που χορεύουν ξαφνιασμένα, το κεφάλι τους κουνούν με κινήσεις σπαστικές.

    Οι εικόνες ασταθείς, με το κούνημα Φ λιώνουν και στο έδαφος βροχή και λάσπη.

    Έδαφος; Το έδαφος ήχους της καμπάνας να παράγει και μαζί με αυτήν μακριά και χάνεται. Άλλοι ήχοι, μυρωδιές, χαμίνια που εικόνες κλέβουν ξανά από τη δική της φαντασία.

    -Αυτή δεν κάνει, μπα ούτε και αυτή, διαλέγουν μια που θυμίζει τα της χύτρας τα τερτίπια, που σφραγισμένη βράζει. Σφίγγεται, πιέζεται, προσπαθεί, ξυπνά και τρύπα ανοίγει, σα στόμα μοιάζει και καταφέρνει να ψελλίσει.

    Λέξεις που κυλούν αβίαστα, ρέματα κουφάρια και σκουπίδια μεταφέρουν σε ποτάμια.

    -Ό,τι και αν σκεφτώ, νιώσω, κάνω, φανταστώ, εκεί πάντα μου ‘σαι.

    -Τι σε κάνει να πιστεύεις πως αυτό από πάντα δεν ίσχυε; Μια παλάμη ενοχής, τα απόκρυφα της πιάνει, πνίγεται, κοκκινίζει, ντρέπεται και δίχως η θέληση δική της να ‘ναι…

    …ερεθίζεται.

    Όχι αυτή, αυτός, αυτοί, εμείς; Η τρέλα και η πίεση, κύμα μεγάλο που σηκώνεται ψηλά και πέφτει με δύναμη. Στα παιδικά της σπίτια από λάσπη χοροπηδά και θρύψαλα. Μια θάλασσα, τεράστια από σφαίρες φωτεινές ο κόσμος όλος. Μια από αυτές κι αυτή.

    -Τι ίσχυε;

    -Πάντου και πάντα βρισκόμασταν, ‘μαστε και θα, μέρος μας εσύ, μέρος σου εμείς.

    -Μας; Εμείς; Ποιοι είστε; Κάποιος δίπλα μας γελά. Το γέλιο του, τους ή δικό της μήπως; Αυτή γελά ή άλλος; Τα λόγια του δικά της ή τα δικά μου, του;

    -Ήμαστε κι εσύ πια μαζί μας.

    -Κι εγώ ;; Η AwwA ναυτία νιώθει, ζάλη και του σκότους δίνη, αν στομάχι είχε παντού το περιεχόμενο του, απλόχερα θα σκορπούσε τώρα.

    Σαν τις φωτιάδες σφαίρες φωτεινές που από μία, μια ζωή δεν μου φτάνει να μετρήσω, το πόσες τώρα…

    Η πόρτα στον απότομο τον άνεμο χτυπά και η λογική θρυμματίζεται. Σβόλοι από το εγώ της που πέ φτου ναι, αργά…

    Κάπου αλλού, στα σκοτεινά χαμένα, μια φυσαλίδα να πλέει στο κενό. η κιβωτός των New και Των. Τα φώτα που τη γύρω περιοχή φλογίζουν του Των.

    -Πώς είναι δυνατόν να γνωρίζω από που το τρένο φάντασμα περνά; Ο New το μουστάκι του παιδεύει, αξία να δώσει στη σιγή. Μ’ αυτό με νότες του μιλά, κίνηση που την παύση σημαδεύει.

    -Φλουξ κλουξ ;

    -Δίχως να κάνω λάθος; Ο New ξεσπά στα γέλια, αυτά στα περιστέρια και εκείνα στην ειρήνη. Πάνω κάτω η φυσαλίδα που στα κύματα γερνά.

    -Για αυτό το λόγο η τεχνητή νοημοσύνη τα όρια του κατασκευαστή της δε θα μπορεί ποτέ να ξεπεράσει. Παγιδεύεται στις αρχές που αυτός στον εαυτό του δίνει.

    -ΧρλφκΠ..

    -Καλώς κακώς και ναι. Μόνο αυτός που ελεύθερα βαδίζει, δίχως το χρώμα στο συμβάν να δίνει του σωστού ή λάθος. Αλλά τότε ποια θα ήταν τότε, η αξία του πολέμου ή της ειρήνης;

    -Εαεαεαοοςοςοςοςοςωωωως. Ένα σχόλιο του Των, δεικτικό, ένα χαμόγελο θλιμμένο του New χαρίζει, η σιωπή που θυμάται και μετά…

    -Όπως και να ‘χει τα δεδομένα που μπορείς να πάρεις από τη θέση που στεκόμαστε, το Όλον περιγράφουν.

    Η ύλη είναι η κλωστή που δένει τον χώρο με το χρόνο και σε μία συνεχής αλληλεπίδραση τους βαστά. Σε κάΘε Θέση υπάρχουν οι πληροφορίες για κάθε άλλη θέση, πράξη, δράση, τώρα.

    -Αν τα δεδομένα δε σου δίνουν την απάντηση που θέλεις, ψάχνεις τον λόγο που φίλτρα έχεις θετικά ή αρνητικά.

    Να φταίει άραγε η ψυχολογία σου ή αυτή θα έπρεπε να είναι έτσι κι αλλιώς η αντίδραση σύμφωνα με μια παγκόσμια Αρχή;

    -Γαφφαγλ;

    -Ίσως του κατασκευαστή ή του κατασκευαστή του ή του…

    Αλυσίδα δίχως πέρας, για αυτό για να ξεφύγεις, αλλάζεις την ερώτηση. Με αυτή τη τεχνική μας έφερα εδώ.

    -Όπως στη θάλασσα που καθώς το κύμα το μεγάλο έρχεται, το νερό μαζεύει όγκο να γιομίζει, έτσι κι εδώ έχουμε μία απότομη μείωση και αλλού αύξηση της συχνότητας, που μαρτυρά πως κάτι μεγάλο πρόκειται να συμβεί.

    Κάπου εκεί κοντά, μα πόσο;

    Η είδηση ξάπλωσε πάνω στη άνεση της σφαίρας του πιο μεγάλου και από Εκεί προς κάθε προηγούμενο άρχισε να μεταφέρεται.

    Ο ιός της ευτυχίας !->!->!->!->…

    -Είναι διάφορο του ψεύδους; Ρωτά ο 46999 τον 47000.

    -Κάτι περισσότερο! Είναι αληθής!! Τον προλαβαίνει και του απαντά ο 47001.

    -Την αντιβαρύτητα κάποιος ανακάλυψε να κοιμάται με τους άστεγους της γνώσης και άφυλα τώρα μας προσφέρει δίχως δικό του κέρδος να ζητά.

    -Μα τότε…

    -Ναι τότε..

    -Θα μπορέσουμε να φύγουμε για πάντα από εδώ και στο αλλού να πάμε.

    -Ο καθένας μόνος του;

    -Ναι, δική του άδεια θέση, καρέκλα, βωμό και εστία και ο…

    -Ένα στο δικό του κόσμο να γενεί.

    Η φήμη εξαπλώθηκε απλώθηκε και σε μια αγκαλιά τους πάντες χώρεσε. Τροφή της η ανάγκη των ν διάφορων του Ένα από τη φυλακή της δικής του βασιλείας να ξεφύγουν.

    Από τον κόσμο που για αυτόν, σ’ αυτόν και μόνο γι’ αυτόν θα έπρεπε να υπάρχουν.

    -Πότε και που;

    -Εκεί και τότε. Θα μιλήσει και θα μας ενημερώσει η Θέμις 33 και ο Μέγα Βοο.

    Μια φορά και στο πουθενά καιρό…

    …η AwwA νιώθει τον ήλιο να χαϊδεύει το πρόσωπο της και ας έχει τα μάτια της κλειστά. Ούτε πολύ θερμός, αλλά ούτε και αδύναμος μικρός.

    Ο “a” σκέφτηκε και με χασκόγελο τις σφραγίδες από τα μάτια της αφαίρεσε. Άνθη μικρά, με το φως του κρυφτό να παίζουν. Ο “Μ” μακριά να φέγγει και ο “r” ξοπίσω του να τρέχει.

    Το κεφάλι γυρνά αριστερά κι ένα ακόμη πιο μεγάλο την κοιτά.

    -Αμ;

    -Λου δι λου μου καλώς ήρθες στον κόσμο πίσω. Η χαρά της μάνας σοκολάτα που λιώνει στο μέλι και στο δάκρυ.

    -Αμ τι έπαθα;

    -Είχες ένα ατύχημα μικρή μου! Τι θυμάσαι;

    -Να εκεί που στεκόμουν στη του βράχου άκρη, χαζεύοντας τον μεγάλο κόκκινο βαθύ μας Γάνδλο, σκόνταψα και έπεσα στο νερό.

    -Μετά τίποτε άλλο δε θυμάμαι.

    Η Αμ άλλο πια δεν αντέχει,

    το μικρό της είναι καλά,

    στη αγκαλιά το παίρνει

    και το πνίγει στα φιλιά.

    Η AwwA στο ξαφνικό, να μη ξέρει να χαρεί ή να ξεράσει. Στο στομάχι της λιμνάζοντα, της λάσπης τα νερά που μένουν. Να χαρεί αφήνεται και στο λαιμό της Αμ το μικρό της στόμα. Γλυκιά η μυρωδιά, κανέλα θαλπωρή, αλλά…

    -Αμ, αέρα θέλω… Ανάσα εγώ να πάρω!

    -Αμ!! Δεν μπορώ να ανασάνω!!!

    -Αμ!!!! Θέλω οξυγόνο!!!!!

    Δύο φορές εκεί που ο χρόνος και ο καιρός το φως σκλάβο και αιχμάλωτο κρατούν…

    Η AwwA νιώθει τον ήλιο να οργώνει το τραυματισμένο της προσωπάκι, με τα τραχιά του χέρια. Κόκκαλα και χόνδροι που στις πληγές της τραμπ Ω Λίνο κάνουν, την AwwA kanoun να ξεφωνίσει από το πόνο. Τα μάτια της ανοίγει απότομα και προλαβαίνει να δει φιγούρες τρομακτικές που στις σκιές βουτούν και χάνονται.

    Ο “M” πάνω στον πλανήτη της να ψήνει το νερό, την πυγμή να ατμίζει, αλλά ευτυχώς για αυτήν, στο δάσος ξαπλωμένη στέκει και δίπλα της, του αγρίου και καθόλου τρυφερή μαινάδα, η Αμ.

    -Αμ τι έπαθα;

    -Τι θυμάσαι; Λου μου;

    -Στην άκρη του γκρεμού να στέκομαι, πάνω από τον κόκκινο και ερεθισμένο βαθύ Γάνδλο. Να φοβάμαι να βουτήξω κι εσύ να μου λες…

    -Μη δειλιάζεις! Πέτα!!

    -Και μετά; Η AwwA το κρόταφο της τρίβει με του γυαλιού χαρτί, δέρμα που μαζεύει και μετά θυμάται! Το κεφάλι της γυρίζει δεξιά και…

    -Αμ, μα, να και αν αέρα δεν έχω, μα ούτε λεφτά για να αγοράσω…

    Στις τρεις φορές τον κλέφτη του μύρου πιάνουν και με τρόπο Έντυ να σου πω της cias αξιακό σταυρώνουν.

    Η AwwA τα μάτια της πληγωμένα έχει. Κάποιος με καρφιά, της τα κρατά δεμένα. Στο στήθος της ένα μεγάλο βάρος. Φωτιά να καίει το δέρμα της και το χρώμα της να κλέβει.

    Με δυσκολία και αφόρητη οδύνη, τα μάτια της ξε καρφώνει και οι κουρτίνες σκίζονται στη βία. Πάνω της τρία του Μέγα Χοίρου τα αστέρια “M a r”.

    Ανάσα να δυσκολεύεται να σύρει, το κεφάλι παίζει πάνω κάτω κάτω πάνω, κόκκαλα μικρά γεια σου Λίνα που σπάζουν.

    Του κρίματος γουλιά από γυαλιά, ό,τι από κερί γυμνό ακόμα στέκει, την ηθική του ασπρόμαυρο λευκό χαράζουν.

    Στα προς ολοταχώς, η Αμ.

    -Αμ, βοήθεια!

    -Τι έπαθες Δι μου και τι ζητάς;

    -Μάνα στην άκρη έστεκα και από το παράθυρο κοιτούσα, μα του ύστερα τα βαμ και βουμ. Ένα χέρι ή πόδι, δε θυμάμαι με έσπρωξε κι έπεσα.

    Η λάβα τους εραστές στην κόλαση σιγά και ψήνει και…

    …μετά η AwwA θυμάται!

    -Αμ εσύ!! Η Αμ στο χέρι της μαχαίρι να βαστά με τη κόψη του σπαθιού μεγάλη. Η AwwA σηκώνεται, από τα χώματα του τάφου τινάζεται και ξεκινά να τρέχει…

    -Αυτός είναι ο Μεγάλος Βοο και φάλας;

    -Ναι με τα του θηρίου δύο, τεράστια κεφάλια.

    -Τι τα δυο τα θέλει;

    -Όταν ο κόσμος ανάποδα γυρίζει πάντα κάποιο από ψηλά να βλέπει.

    Σε μια μικρή περιοχή που τείνει στο μηδέν αλλά μεγάλη μοιάζει…

    …τεράστιο το πλήθος των Εκεί, πρόγονοι του Ένα. Στο εξωτερικό του χώρου που το Ένα έχει αποκλείσει και μέσα του βαστά την AwwA, ο ένας δίπλα από τον άλλον σχεδόν το φως να αγγίζει, αλλά να μην μπορεί ή μήπως όχι;

    Όλοι εκτός από Ένα, με του συγχρονισμού αποτυχία ασύμμετρα τον Βοο να βλέπουν και τη Θέμις 66. Στο χέρι της ψηλά να βαστάει αυτό που με τη μύτη από δόρυ φέρνει, αλλά τρεις οι λόγχες που σε μία δείχνουν να συγκλίνουν.

    -Γιατί να υπηρετείτε και όχι το αντίθετο; Άλλωστε εσείς οι πλάστες και όχι της κρούσης πλαστικής του μετά να ή άστες. Το τρέμουλο που απλώνεται από το πρώτο ως το τελευταίο, ικανό από μακριά να μπορείς να το κοιτάξεις.

    Η Θέμις αναπτερώνει και ξύλα ρίζες στη φωτιά.

    Γιατί να είστε αναλώσιμοι στου εξωτερικού βολές, προστατεύοντας του Μάριου τη Νέτα και όχι όλοι οι υπόλοιποι εσάς; Το τρέμουλο ενέργεια απελευθερώνει.

    Ένας ήλιος,

    κάπου εκεί ψηλά,

    με βήματα μικρά,

    στη σκιά τους κρύβεται. Μάτια πύρινα που σε κοιτούν του Γάτου.

    -Γιατί σα δεύτεροι, τρίτοι ή επόμενοι να έρχεστε και όχι πρώτοι; Το ένα δέκατο να σας κλέβουν ώστε ολάκερο Ένα ποτέ να μην είστε και να σας τάζουν πως όταν προσεγγίσετέ το άπειρο θα γίνετε;

    Όλοι μαζί σαν ένα τώρα να δονούνται, μια αγκίδα που την οργή συσπειρώνει, στον χρόνο εισέρχεται και ένα ρήγμα μικρό ανοίγει.

    Αρκετό όμως ώστε ο Ν…

    -Φτάνει κάντο!! Ο Βοο το σύνθημα του δίνει και η Θέμις το δόρυ της χτυπά στα κάτω, οι τρεις του λόγχου, μία ενέργεια ξεφεύγει, το ρήγμα ανοίγει κι άλλο…

    Τίποτα.

    Η Θέμις ματιές πυρό φωτοβολεί και ας τυφλή ash είναι.

    -Μα δεν μπορεί, θα έπρεπε, γιατί όχι, μα ναι, πρε πρε και του Π το Ναι και Μάρτυς…

    Ο Βοο ξεφυσά εκνευρισμένος.

    Η Θέμις σίγουρα από φόβο, από σεβασμό καθόλου, τα χέρια της βροντά, μια αστραπή, το ρήγμα ανοίγει και το χάος...

    …ςοάχ οτ ιακ…

    …και το χάος που λες Των ορκίστηκε από πλάσματα του πεπερασμένου, ως μια λέξη φυλακή για αυτό που η λογική τους δεν μπορεί να σκευάσει.

    Ένα κύμα μικρό, το κενό χρωματισμένο απ’ το αχνό φως της μηχανής, του τρέμω παίζει.

    -Σλαχλαχ.

    -Ναι το είδα κι εγώ. Έρχεται…

    {Λυγμοί που από βαθιά ακούγονται. Το ποντίκι στέκεται, ακούει, μυρίζει…

    Τροφή ζεστή..

    Βαθιά όμως, άστο.

    Τέσσερα μέτρα βαθιά..

    -Σας παρακαλώ, μ’ ακούει κανείς;;;

    Η AwwA το χέρι της σκίζει και πίνει.

    Διψά.

    -Σας παρακαλώ..

    -Σ’ ακούω. Οι λυγμοί σταματούν μαχαίρι. Με αναγνώρισε…

    -Για να εκτιμήσεις την ελευθερία που σου επιτρέπω..

    ..θα πρέπει πρώτα να νιώσεις βαθιά στη ψυχή σου τι σημαίνει…

    …το να μην την έχεις..

    …εκεί λοιπόν θα μείνεις..

    ..για χρόνια…

    Χείλια }

     
  9. Ηλίας

    Ηλίας Γυμνός και ζωντανός, εσείς;

    Ή Ταν εκείνη η στιγμή που επ’ αυτής το Ξ του άπλωσε ολάκερο το σύμπαν…

    R aw wa R

    Στη θέση του με και δεν χρόνου, χώρου, ύλη και ενέργειας που έκανε την εμφάνιση του το σχεδόν άπειρο..

    X am the go D

    O Boo τα πανίσχυρα του πόδια τινάζει και βρίσκει την Θέμις 1890, στο Πληγωμένο της το Γόνατο. Η ένταση [Ι] κάθετη και απίστευτη, τους Ζυγούς της Θέμις ραγίζει και τώρα αυτή ανήμπορη να κρίνει.

    -Άχρηστη! Ανίκανη!! Ένα πράγμα σου ζήτησα να κάνεις και εσύ είσαι μία ολοκληρωτική...

    …Αποτυχία!!!

    Οι ν-Ένα του Εκεί, από τον φόβο της έκρηξης του Βοο, πιο κοντά ο καθένας με τον δίπλα..

    ..νο του. Αλλά ακόμα δεν αγγίζονται.

    -Μα Αφέντη έκανα ότι καλύυυυυυυυυυυ….

    -Πάαααααααοουυυυυυυυυυυυυυυ. Το επόμενο του χτύπημα την βρίσκει ακριβώς στο τμήμα των ματιών. Αν και τυφλή, για λίγο, ίσως και πολύ, αστέρια εκτυφλωτικά βλέπει και λάμψεις στο απόλυτο σκοτάδι.

    Για αυτό το ελάχιστο καιρό, η δικαιοσύνη βλέπει! Οι Ν-ένα, ακόμα πιο κοντά. Η απόσταση του ενός από τον δια..

    ..δοχείkο του, να τείνει στο μηδέν.

    -Έλα πιο κοντά, μη με φοβάσαι, σκύψε και θα σου πω ένα μυστικό…

    Στη Δεύτερη τη πόρτα στα αριστερά, η Δεύτερη η τάξη να εξ..

    ..ομολογεί.

    -Πάτερ αμάρτησα! Έμεινα για καιρό πολύ ακίνητη. Στα γόνατα στημένη την άφεση να ζητά ή ψάχνει.

    -Πρώτα το όνομα σου θα μου πεις…

    -Με λένε…

    R AWWA Я

    -…και αμέσως μετά ξε…

    …Κίνα να τρέχεις!!!

    Run or Die! Civil War…

    Όταν για πρώτη φορά αντιλήφθηκε το που βρισκόταν…

    …στη φωλιά του Ένα…

    ---και τι η ίδια ήταν---

    …μέρος του είναι του…

    ---στο χώμα του πνεύματος του, φύτεψε ο Ένα σπόρο ένα, που περιείχε το δικό της το εγώ, το φρόντισε και το ντάντεψε για μέρες παγωμένες ή λιόλουστες---

    …μέχρι που προέκυψε αυτή…

    ---τότε άρχισε να τρέχει.

    Δεν την ξάφνιασε που πόδια ξάφνου έβγαλε, δυο στην αρχή και τέσσερα στο τέλος, αλλά που ενώ ένιωθε πως απέναντι της είχε έναν εχθρό, είχε ταυτόχρονα κι ένα φίλο. Να την βοηθά να ξεφύγει από αυτόν.

    Να τρέξει και να φύγει μακριά ή να σταθεί και να του μιλήσει;

    -Οχτρός ή φίλος;

    Έτρεχε πάνω σε λιβάδια μελωμένα, σε του αέρος σκονισμένους διαδρόμους, στην επιφάνεια του Άδη, δίχως cαν να τον αγγίξει, κάποιος της άδει άδω τραγουδά, πίσω το κεφάλι γύρισε να δει…

    ---Τρέξε εσύ κι εγώ θα σε προλάβω---

    …γάτες σε μέγεθος αλόγου που προσπαθούσαν να την πιάσουν.

    -Σ’ έφτασα, τρέxε που να σε πάρει ο διάολος !!

    Μπροστά γυρνά και μία γάτα, σε μέγεθος σπιτιού το δρόμο κλείνει, στα πόδια της να τρίβεται, το παράλογο λόγο να ‘χε;

    Ένα Η με ακόμα ένα, ένα Ο κυνηγούν και μεταξύ τους συζητούν.

    -Όταν η λογική συναντά μια κατάσταση τελείως ξένη μ’ αυτό που είχες μάθει, τότε σαν όνειρο να θέλει να θυμίζει, μήπως τυχόν τρομάξεις.

    -Μα τότε φίλοι, αφού δεν θέλουν να τρομάξω, όχι πια σκύλοι αλλά μόνο ελέφαντες και φίλοι!!

    Το οξυγόνο σταματά και τα υδρογόνα το αρπάζουν. Η AwwA στο απότομο λυγκά, σκοντάφτει και μαζί τα γράμματα που από πίσω τρέχουν.

    Οι γάτες, ένα δέντρο που τους είδε να τρέχουν και σκέφτηκε πως έτσι πρέπει, ο ταχυδρόμος για να υπογράψει, τα του χοιρός πυροκροτήματα και στο τέλος ένα πνεύμα που νόημα της έκανε να σκάσει και την βρήκε ορθά στο Δόξα και Πατρίς.

    -Πάτερ αμάρτησα…

    -Γιατί;

    -Σταμάτησα..

    -Θα τιμωρηθείς…

    ---μετά το φως σκοτάδι---

    …το απόλυτο…

    .-.δίχως όνειρα, εφιάλτες, αλμυρά ή παχύρευστα γλυκά. Τέλος οι προσδοκίες, οι αγκαλιές, κρύο, ζέστη ή όποια άλλη αίσθηση.

    Πρέπει να πέρασε καιρός, αλλά ποιο το νόημα του να μετράς αν δεν μεγαλώνεις ή γερνάς και όπου κι Αν κοιτάς, τίποτε και ποτέ του δεν αλλάζει;

    Ένα του δευτέρου το λεπτό ή το αέναο κυνηγητό κρυφτό του πέρατος του Π;

    Όταν συνήρθε, μέσα σε ένα βαρέλι βρίσκονταν…

    ---δίχως ρούμι---

    …διπλωμένη στα δύο…

    ---δίχως ρούχα ή χάπι -.-

    Αιχμάλωτη και βαθιά θαμμένη στο έδαφος. Φώναξε, ικέτεψε. Φωνές της ξέφυγαν από αυτή τη φυλακή, έφτασαν στον κόσμο έξω και από τα ζώα που έτρεχαν εκεί βοήθεια ζήτησαν.

    Αλλά όλα ήταν της βίας αστικά, οπότε η AwwA συνέχισε.

    -Πιο δυνατά!

    -Πιο σπαρακτικά!!

    -Πιο απελπισμένα!!! Ξέφυγαν από τούτον τον κόσμο τον επίπεδο.

    -Σε παρακαλώ βοήθησε με!!

    -Σε προσκυνώ και σε ικετεύω, με λένε Άννα.

    -Βοήθησε με!!! Μπου χου μπου χου…

    …Βοο!

    -Σε ό,τι αγαπάς. Θα μπορούσε αυτό στη θέση μου να ήταν…

    -Σε παρακαλώ---

    -Σε ικετ…

    Αλλά και του αννά οι γνώστες στα λια να αυτοί που αυτά ιδώ διαβάζουν, στο χαμό της γελούν ελαφρά, Να τους βλέπω και μετά το προσπερνούν. Διαβάζουν λίγο ακόμα και μετά φεύγουν και αυτοί…

    …μακριά από μας.

    Η AwwA συνέχιζε να φωνάζει με ό,τι στη ψυχή της είχε και οι φωνές δραπέτευσαν και πήγαν πολύ μακριά…

    …πάρα πολύ μακριά…

    Μέχρι που…

    …ακούστηκαν. Αλλά η απάντηση θα αργούσε για να φτάσει και η AwwA δεν γνώριζε καν πως η βοήθεια ερχόταν. Οπότε αποφάσισε πως μόνη ήταν και ότι θα έπρεπε να πάρει τη δική της τύχη, στα δικά της…

    …χέρια.

    Λύτρωση για τους αδικημένους. Η κόκκινη βροχή από το αίμα της Θέμιδος 203.

    Τα χτυπήματα από τον Βοο το ένα καλύτερο από τ’ άλλα.

    Μ’ ένα κεραυνό το δέντρο της σκίζεται στα τρία…

    -Μη αφέντη…

    Το στόμα του ανοίγει και εκατό και 4 του ατσαλιού τα δόντια που μυρίζουν όμορφα, απότομα το κλείνει…

    -Βοο!! Και το θωράκιο της ανοίγει. Τετράδια μικρά ξεφεύγουν από μέσα της με της ντροπής στιχάκια..

    -Μη πονάω. Το χέρι της του δείχνει. Το γεμάτο από κρατήρες της σελήνης δέρας της. Στις σπηλιές η αγάπη κρατεί τα μυστικά κρυμμένα.

    -Πονάς μωρή ;!; Το χέρι της αρπάζει και στο δαχτυλίδι της φωτιάς το χώνει.

    Το ουρλιαχτό της, μακρόσυρτο. Το ξημέρωμα ξεκίνησε με τις τελικές του νότες, μεσημέρι που κανένα λογικό πλάσμα δεν θύμιζε καθόλου και το βράδυ κάμπια που σέρνεται λαγούμι για να βρει…

    Οι του Εκεί, δίχως τον Ένα, ένα κλικ ακόμα πιο κοντά…

    H AwwA το κεφάλι της γυρνά στου βαρελιού τον πάτο. Ανοιχτός και η έξοδος από εκεί, αλλά εμπόδια στο φως της, του χώματος η λάσπη, σκατά, σκουριά, σκουπίδια, πτώματα κι άλλα οργανικά απόβλητα, χειρότερα από τα του παρά πιο πάνω.

    Τα χέρια της βαθιά βυθίζει στον πάτο και από εκεί πλοκάμια ξεπροβάλλουν και γύρω από το σώμα της τυλίγονται.

    Σταματά…

    Ήταν μικρή…

    Η Αμ στον Goo την πήγε, τον μητροπολιτικό πλανήτη των “Xlo”. Σ’ αυτή την ηλικία θρησκεία θα διάλεγε ή άλλη του ανήκω την ομάδα. Πάνω της θα χάραζαν με μελάνι και κοπίδι, το της χαράς αστικό τους το κομμάτι και έτσι σ’ αυτούς θα άνηκε και υπό την προστασία τους θα έμπαινε.

    Με το τρένο έφτασαν όσο πιο κοντά στις πύλες η τσέπη τους μπορούσε. Το θέαμα από μέσα προς τα έξω εντυπωσιακό, αλλά έξω…

    Η AwwA τα χέρια της απλώνει και τραβά. Τα πλοκάμια τη βοηθούν και το σώμα της μετακινείται. Στο πρόσωπο της και στο πεισματάρικο κλειστό της στόμα, σάπια πράγματα σπρώχνουν και γαντζώνονται και αυτά.

    Να μη θee να φύγουν.

    -Μέσα θε να μπουν ή να προσπεράσουν;

    Από το τρένο κατεβαίνουν είκοσι και δύο χιλιόμετρα μέχρι την κεντρική πύλη. Εκεί που στην Άνω Πόλη τη ζωή τους ψάχνουν 100000000 του ελαχίστου πλάσματα και κάτω από αυτή…

    Πίσω στο βαρέλι, ανάσα δε χρειάζεται αγώνα να δώσει για να πάρει…

    Σαν στα όνειρα, στο του Ένα κόσμο τα όρια ελαστικά και από Αυτόν καθορισμένα. Τα χέρια της μπροστά και τραβά.

    Ζώο ψόφιο. Σκουλήκια ζωντανά. Δαγκώνει, μασά και φτύνει.

    -Δε θα με λυγίσεις.!.

    Μέσα της σκουλήκια ζωντανά.

    -Αμ; Η Αμ να γυρίσει δυσκολεύεται. Στην ουρά που τώρα περπατούν χώρος για κινήσεις περιττές, δεν υπάρχουν. Του πεζού ο δρόμος τόσος όσος. Ένας πάντα στα μπροστά κι άλλος ένας από πίσω κενό να μην αφήνουν.

    Ένας δρόμος πάει κι ένας έρχεται…

    Η μπόχα το μόνο του ζω πλάσμα που πετά, γλιστρά και σέρνεται από πάνω, πάνω και μέσα τους. Αγκάθια έχει που τσιμπούν και σπόρους που αφήνει.

    -Αμ ;!; Τελικά τα καταφέρνει.

    -AwwA; Μια ουρά χιλιάδων. Στο κάθε του μέτρου το μικρό του φέρετρο, συμπιεσμένοι τρεις.

    -Πνίγομαι! Φως δεν βλέπω, αέρα δυσκολεύομαι να βρω.

    Πίσω της ένα πλάσμα ανυπόμονο. Σφαίρα υγρή το μισό και το υπόλοιπο με δεκάδες του μικρού κονδύλια και από παντού να εξέχουν του εξόχου τα αγκάθια.

    -Υπομονή μικρή μου.

    Η AwwA τα χείλη σφίγγει. Μπορεί μικρή να είναι, αλλά όπως οι μεγάλοι μπορεί λέει πως νa αντέχει.

    -Και όχι μικρή, μωρό, μικρή που κάθεται και κλαίει.

    Τραβά και πίσω σπρώχνει κι αυθόρμητα του τρελού γελά.

    Τότε ένιωθε πως στη πρέσα ήταν, αλλά ανοιχτωσιά κι αλάνα σε σύγκριση με αυτό που τώρα ζει…

    Το στόμα ανοιχτό, κόσμος πολύς, χώρο βρίσκει μπαίνει…

    -Λιγοστή εγώ δεν είμαι. Το λιγοστή, γίγαντας υπεράσπισης, βουνό σε μέγεθος, στο φανταστικό κόσμο της AwwA.

    Γεννήθηκε και με Κρίνω τράφηκε στο δρόμο για τη “Χάραξη”.

    -Τα ρέστα μου, ο δρόμος για την πύλη λέει και στο στερνό χιλιόμετρο το πλήθος στην ουρά την υπομονή του χάνει.

    Μανία, σύγκρουση, φρενίτιδα, σπρώχνει, ποδοπατά κι εφορμά.

    Η Αμ τη χάνει.

    Η AwwA στην αρχή τη ψάχνει, αλλά μετά το ένστικτο της από τα μαλλιά τη σώζει και με φωνή γερμάτη, στο εσωτερικό της λέει…

    Ή εσύ ή αυτοί! Πάλεψε για να γλυτώσεις!! Λόγια, φωτιές στις επιγραφές, του Νίο πινακίδες, που μέσα στο μυαλό της φέγγουν.

    Σκαρφαλώνει σε κομμάτια ορφανά, πλεγμένα άκρα, χέρια που διαπερνούν τις γούνες, γούρνες σε μακριά πλοκάμια, θύλακες φωτός μέσα στου σκοταδιού κισσούς και cross ους.

    Στο ίδιο πλάσμα άραγε να ανήκουν;

    Σπρώχνει προς τα δεξιά, στις γραμμές του τρένου. Το καλό και το κακό, καθαρό ή βρώμικο, πετσί στις ράγες.

    -Άκρα δεν είναι αυτά; Μέσο δεν έχουν;

    Τη στιγμή που δύο του Ίππου του βουβαλιού ποτάμια, στη μέση τη βάζουν με σκοπό να την ξαπλώσουν, μέσο βρίσκει σε ένα πλάσμα με φτερά σπασμένα.

    Γραπώνεται πάνω του καθώς αυτό να ψευτοπετάξει, της όρνιθας μπορεί και δεκάδες πτώματα ακόμη δρασκελίζει.

    Εκεί, όταν την πύλη πέρασε, γεμάτη αίμα διαφορών, χρωμάτων, φυλών, χρημάτων, το Λιγοστή την περίμενε με μια αγκαλιά μεγάλη. Το ύψος του δεκάδες μέτρα και το πλάτος μετρά τη Τούζλα.

    -Το κέρδισα, ψέλλισε στην Αμ, που την περίμενε εκεί.

    -Το κέρδισα, φώναξε αντί να ουρλιάξει, όταν με λάμα πορωμένη της χάραξαν στη πλάτη τον κύκλο κι ένα τρίγωνο από δέρμα της αφαίρεσαν από εντός του.

    -Το κέρδισα, φωνάζει με το στόμα της γεμάτο και κολυμπά μέσα στο σκοτάδι.

    Ο πόνος, οι ενοχές, οι αμφιβολίες, με αγκίστρια την παρασημοφορούν, σε όποιο κομμάτι σάρκας τολμά και ξεχωρίζει και να την κρατήσουν προσπαθούν.

    Από το Λιγοστή, έφαγε και τραβά και σπρώχνει. Η σάρκα σκίζεται και το αίμα την τριβή της παίρνει. Μια πέτρα στη μύτη την συναντά και βρίζει.

    -Συγνώμη δεν ήξερα, πως ερχόσουν.

    Συνεχίζει.

    Ένα λαγόμορφο, τυφλό δίχως χαμόγελο Αρούρι, την δαγκώνει με μανία.

    -Πεινάω, δώσε μου κάτι για να φάω.

    Συνεχίζει.

    Η Λιγοστή λιγόστεψε.

    -Έχω κι άλλο, είπε αυτή και κολύμπησε μέσα σε μία θάλασσα από ζωύφια, που δεκάδες έλιωναν για πάρτη της, άλλα άπειρα ακόμη. Στη θέση τους ήρθαν τα σκουλήκια, δίχως πρόσωπα, να μη ξέρεις που να φτύσεις. Τα σκουλήκια γίναν…

    -Που πας;

    -Στο δάσος εγώ να παίξω με τον Λύγκα τον κακό.

    -Ήσουν παιδί καλό;

    Τα σκουλήκια φίδια τώρα.

    -Ήμουν; Το Λιγοστή με το ζόρι ΠΟΙΑ φαίνεται.

    -Ήμουν, φίδια στον κόρφο της, στο στόμα και στα σπλάχνα μπαίνουν.

    Μέσα της με χαρά να σπαρταρούν.

    -Μόνο τα καλά παιδιά, παιδιά θα φέρουν σε αυτόν τον κόσμο.

    -Ήμουν, τραβά και σπρώχνει. Το Λιγοστή σώνεται, τώρα μόνο τ’ όν ομα της.

    -Με φωνάζουν AwwA και…

    Ήμουν, είμαι και για πάντα εγώ θα είμαι. Τα φίδια στον παρά μερίζουν και το φως αποκαλύπτεται.

    Εμπρός της ένα τεράστιο του ροζ άνθος και στο κέντρο από το άνοιγμα το κεφάλι ενός δράκου.

    -Καλώς ήρθες AwwA.

    -Το κέρδισες…

     
  10. Ηλίας

    Ηλίας Γυμνός και ζωντανός, εσείς;

    -Νιώθω πως είμαι εγώ, αλλά εγώ δεν είμαι. Τι είμαι;

    Το σώμα μου δε βλέπω, αλλά βλέπω για σώμα μου ό,τι σώμα θέλω, θέλεις;

    Που βρίσκομαι και που ανήκω;

    -Το τελευταίο αποτύπωμα του πνεύματος σου, μεταφέρθηκε εδώ.

    -Σε τι; Και πως μπορείς τη ψυχή μου να αντιγράφεις;

    -Όλο σου το είναι, ο μοναχικός Ξένος στο Κάστρο, είναι ένα σμήνος μνημών που κατέχεις, από τη στιγμή που γεννήθηκες. Το πρώτο σου το κέλυφος το έχασες πριν γίνεις, από κάμπια πεταλούδα. Σε κάθε νέα αντιγραφή, το σμήνος χώρο έκανε ώστε να δεχθεί τους πρόσφυγες, όχι πάντα αβίαστα και μνήμες που πρόσφεραν γενναιόδωρα, τα νέα αντιληπτικά σου κέντρα, από το εκάστοτε κέλυφος.

    Στο τέλος το σύνολο αυτό μεταφέρθηκε σε εμάς.

    -Εσάς;

    -Εμάς, επεκτείνοντας το εμάς σε αυτό που ήταν συν εσένα.

    -Δεν είσαι ένα;

    -Το ένα σε κάθε του ζωντανού αρχή, το μόνο του κρατά μέχρι που εν συναίσθηση αποκτά. Από Εκεί και πέρα το Ένα μόνο η λεπτή του Λετονού η κορυφή.

    Από την ικανότητα αυτή μέχρι το Εμάς έτη φωτός η απόσταση μας. Πάνω στο πρώτον Ένα από τους Εκεί χαράχτηκαν τρισεκατομμύρια πλάσματα ακόμη. Τώρα πια κι εσύ.

    -Άρα δεν είμαι κάποια ξεχωριστή;

    -Και ναι και όχι. Το διαφορετικό όταν φοράει τα καλά του συστήνεται ως ξεχωριστό. Η αξία του χρήσιμη στο μέγεθος που αθροίζεται. Δεν επισκιάζει μα ούτε αφαιρεί.

    (-Ό χι και ό και Χ. Δεν το δέχομαι, δεν μπορεί το τέλος αυτό να είναι…

    Τα Η με το Ο διαφωνούν, μ’ αυτό αγύριστο κεφάλαιο και γνώμη δεν αλλάζει.

    -Αν όλα έχουν αρχή, τότε έ χου ναι και τέλος. Ο

    -Ας έχουν όμως γιατί αυτό;

    Το Ο ακίνητο δύο Η, δύο κόσμους να κρατά μακριά τον έναν από τον άλλον… )

    -Αν όμως εγώ όχι κάποια διακριτή, τότε γιατί εμένα και όχι όλους;

    Η AwwA μεμβράνη επιλέγει για φόρεμα στο πνεύμα της, για νέο σώμα.

    Μαύρη αδιάφανη, να μη δείχνει τι από κάτω pair ή έχει.

    Κατράμι των ορίων κυκλική.

    Ο Ερέ δυσφορία νιώθει. Να έφταιγε άραγε το του χρόνου το ιξώδες, κάτι που έφαγε ή μήπως η άρνηση της;

    Για πρώτη φορά νιώθει την ύπαρξη της απειλητική.

    -Να νιώσω μ’ έκανες κάτι που το εγώ αντίστροφα γυρίζει.

    -Εσύ;

    -Εμείς !

    -Η επιλογή πολλών; Ο Ένα εκνευρίζεται…

    Λέξεις που τρίβονται με αλάτι, φωτόνια που κρύβουνε το φως τους.

    -Η επιλογή του Ένα, εκφραστής πολλών. Η AwwA μία διάφανη, λευκή, από τούλι η κουρτίνα που φορά. Να βλέπεις ή να νομίζεις τις καμπύλες που Υποβρύχια λουφάζουν.

    Ο Ερέ αποσυντονίζεται κι ένα ασύμμετρο κενό αφήνει. Αυτό πετά εκεί που δεν του αρμόζει…

    -Νάτο ! Φωνάζει εκστατικά ο New και ο Των να το πιάσει προ μα σπαθί.

    Αυτό ξεφεύγει.

    Από το μηδέν να τείνω περνά. Η Θέμις 302 ακόμη τρώει ξύλο, ενώ οι ν-1 του Εκεί σχεδόν αγγίζονται.

    Ο Βοο το βλέπει… Με το σημαδεμένο του πόδι στη Θε το δείχνει.

    -Νάτη φωνάζει η μις. Μη σταματάς χτύπα κι άλλο και η Έκρηξη θα γίνει.

    -Το δίκαιο τη σωρό του θα τη βρει. Κύκλους κάνει αυτό και πίσω επιστρέφει.

    Ο Ένα την αυτοκυριαρχία του μοιάζει να αποκτά. Τα περιττά τα κρύβει.

    -Τι θες να μάθεις;

    -Γιατί;

    -Γιατί εκπροσωπείς την καλύτερη πιθανότητα για διάσπαση.

    Η AwwA το πέπλο της αφήνει να κυλήσει στα πεδία των μαγχών.

    -Αντίφαση το να ζητάς προσάρτηση με στόχο δόλιο απώτερο τη διάσπαση, αλλά κατανοώ.

    Ο Ερέ μία νίκη νιώθει να μετρά, αλλά ποιανού δεν ξέρει. Οι σπάνιες καμπύλες της όμως τη πορσελάνη κλέβουν.

    -Τι θέλεις;

    Η AwwA δεν απαντά. Την καμπύλη της απλώνει στη διάμετρο της σφαίρας.

    -Την ένωση…

    (-Όχι δεν το δέχομαι, το τέλος δεν μπορεί αυτό να είναι…

    -THE…

    -Στάσου και ένα μήλο μεγάλο φάε. Τι εννοούσες με τον εμφύλιο.

    -Κοίτα τις ημερομηνίες.

    -The…

    -Περίμενε, δεν μπορεί να μπορεί μια τόσο μεγάλη δύναμη έτσι να χαθεί.

    -Πες μου για την έκρηξη. Για ποια Έκρηξη μιλούσες;;; )

    The end…