Απόκρυψη ανακοίνωσης

Καλώς ήρθατε στην Ελληνική BDSM Κοινότητα.
Βλέπετε το site μας σαν επισκέπτης και δεν έχετε πρόσβαση σε όλες τις υπηρεσίες που είναι διαθέσιμες για τα μέλη μας!

Η εγγραφή σας στην Online Κοινότητά μας θα σας επιτρέψει να δημοσιεύσετε νέα μηνύματα στο forum, να στείλετε προσωπικά μηνύματα σε άλλους χρήστες, να δημιουργήσετε το προσωπικό σας profile και photo albums και πολλά άλλα.

Η εγγραφή σας είναι γρήγορη, εύκολη και δωρεάν.
Γίνετε μέλος στην Online Κοινότητα.


Αν συναντήσετε οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την εγγραφή σας, παρακαλώ επικοινωνήστε μαζί μας.

Ο τελευταίος χορός

Συζήτηση στο φόρουμ 'BDSM Art and Literature' που ξεκίνησε από το μέλος Arioch, στις 30 Μαρτίου 2025 at 23:03.

  1. Arioch

    Arioch Μαϊμουτζαχεντίν Premium Member Contributor

    Μέρος 1ο - Ένα σαββατιάτικο απόγευμα

    Λένε πως όσα φέρνει μια στιγμή δεν τα φέρνει ο χρόνος όλος, και πως τα καλύτερα έρχονται εκεί που δεν τα περιμένεις. Και αν για το πρώτο δεν είχα ποτέ μου αμφιβολία, το δεύτερο το αντιμετώπιζα πάντα με την ειρωνική συγκατάβαση που φυλάς για φράσεις τύπου Κοέλιο. «Όταν θέλεις κάτι πολύ, όλο το σύμπαν συνωμοτεί για να στο δώσει.»

    Τρίχες.

    Το σύμπαν δε δίνει δεκάρα. Η θεά Τύχη είναι τυφλή—αν σε ευλογήσει, σε ευλόγησε. Ο καθένας μας ακολουθεί το δικό του δρόμο, κάνει τις δικές του επιλογές—καλές ή κακές—και αναλόγως δρέπει τους καρπούς τους ή τις λούζεται. Και, αν έχει μυαλό, βγαίνει σοφότερος.

    Ήταν Σάββατο απόγευμα. Ήμουν στον καναπέ, με το laptop ανοιχτό και την καρδιά να γέρνει προς καμία υποχρέωση. Δεν είχα τι να κάνω—ή μάλλον, δεν είχα όρεξη να κάνω τίποτα. Βαριόμουν και να φτιάξω καφέ. Οπότε, μπήκα στο αυτοκίνητο και πήγα να πάρω από την αγαπημένη μου καφετέρια. Δεν κάνει delivery, αλλά αξίζει τον κόπο.

    Μόλις έξι και μισή. Και προς μεγάλη μου απογοήτευση, τη βρήκα κλειστή. Κατεβάζω λίγο το παράθυρο, κοιτάζω μέσα — τίποτα. Σβηστά φώτα, κατεβασμένα ρολά. Μου ξεφεύγει ένας μορφασμός απογοήτευσης.

    Η δεύτερη επιλογή, από όπου παίρνω συνήθως delivery, έκλεινε κι εκείνη νωρίς. Κι έτσι, έμεινα να κοιτάω το τιμόνι σαν να έφταιγε αυτό για την γκαντεμιά μου.

    Υπήρχε, βέβαια, και μια τρίτη καφετέρια. Από εκείνη που πας όταν δεν έχεις εναλλακτική. Οι καφέδες της πενήντα-πενήντα: ή θα σου φτιάξει αριστούργημα ή για πέταμα. Σκέφτομαι λίγο, διστάζω, σηκώνω τους ώμους μου με ένα «δε βαριέσαι» και κατευθύνομαι προς τα εκεί.

    Παρκάρω, κατεβαίνω, περπατάω χαλαρά προς την είσοδο και μπαίνω. Το μαγαζί σχεδόν άδειο—δύο άτομα όλο κι όλο. Ένας τύπος γύρω στα τριάντα πίσω απ’ τον πάγκο, ασχολείται με έναν freddo. Και τότε... τη βλέπω.

    Η ματιά μου σταματάει πάνω της.

    Και μένει εκεί.

    Κοριτσάκι γύρω στα 25, με καστανόξανθο μαλλί που πέφτει σε χαλαρές μπούκλες στους ώμους. Πρόσωπο γλυκό, καθαρό, φωτεινό, με καστανά αμυγδαλωτά μάτια που δεν χρειάζονται τίποτα για να μιλήσουν. Σαν να μπήκε ήλιος μέσα στο μαγαζί.

    Κομπλάρω ελαφρώς. Δεν φαίνεται, τουλάχιστον όχι πολύ—νομίζω. Εκείνη με βλέπει και μου χαμογελάει.

    «Καλησπέρα!» μου λέει, με μια φωνή που μου χτυπάει κατευθείαν στο στομάχι. Όχι παιδική, όχι στιλπνή—καθαρή, μελωδική, απαλή. Υπέροχη.

    «Καλησπέρα,» της απαντάω, προσπαθώντας να κρατήσω σταθερή φωνή. «Ένα latte, extra-large, σκέτο.» Προσπαθώ να φαίνομαι φυσικός, αλλά δεν μπορώ να ξεκολλήσω τα μάτια μου.

    «Συγκεντρώσου, ρε μαλάκα,» βρίζω τον εαυτό μου από μέσα μου και γυρίζω απότομα το βλέμμα προς τη βιτρίνα. Κάνω δήθεν ότι χαζεύω κάτι ποτήρια, κάποιες συσκευασίες. Μέσα από την αντανάκλαση όμως την παρακολουθώ. Μιλάει με έναν πελάτη που μπήκε μετά από εμένα. Του εξηγεί τα σάντουιτς, δείχνει, γελάει. Είναι ήρεμη, χαλαρή, και έχει εκείνο το είδος ευγένειας που δεν διδάσκεται.

    Ο καφές μου είναι έτοιμος σε τρία λεπτά.

    «Κάρτα;» με ρωτάει. Πάλι με το χαμόγελο. Και πάλι κάπως με ξαφνιάζει.

    «Ναι, κάρτα,» της λέω, και της λέω να κρατήσει δέκα ευρώ — τέσσερα για τον καφέ και τα υπόλοιπα tip.

    Με κοιτάει. Κουνάει το κεφάλι της. Το χαμόγελο τώρα έχει μια αμήχανη γλύκα. «Είναι πολλά…» μου λέει, διστακτικά.

    «Να φροντίσετε να τα επενδύσετε σοφά, τότε!» της κάνω με ελαφρύ χαμόγελο, γέρνοντας λίγο το κεφάλι μου προς τα δεξιά. «Δεν βρίσκονται συχνά τέτοιες ευκαιρίες!» συνεχίζω χαμογελώντας παιχνιδιάρικα.

    Και γελάει. Αληθινά. Γάργαρα. Σχεδόν κάνει την ατμόσφαιρα να λάμπει. Ξεχνάω τον καφέ. Θέλω να με ξανακοιτάξει έτσι. «Σας ευχαριστούμε,» μου λέει τελικά, με ένα άλλο χαμόγελο τώρα. Ζεστό. Ανθρώπινο.

    Παίρνω το ποτήρι μου. Καυτό. Μυρίζει υπέροχα. Κρατάω το βλέμμα μου πάνω της ένα δευτερόλεπτο παραπάνω απ’ όσο πρέπει.

    «Καλή συνέχεια!» της λέω. Και, για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό, το εννοώ.

    «Επίσης!» μου απαντά και δεν ξέρω γιατί, αλλά για μια στιγμή ένιωσα σα να μου χαμογέλασε η τύχη.

    Δεν μπορούσα να τη βγάλω από το μυαλό μου παρόλο που δεν μπορώ να ανακαλέσω λεπτομέρειες του προσώπου της. Το μόνο που θυμάμαι είναι τα μακριά της μαλλιά, που ένα μέρος τους έπεφτε ελεύθερο πίσω από την πλάτη της και ένα μέρος τους ήταν πιασμένο σε αλογοουρά, τις φράντζες της που χάιδευαν το υπέροχα γλυκό πρόσωπό της και το χαμόγελό της που θαρρείς έκανε τον περιβάλλοντα χώρο να λάμπει.

    Μάταια προσπαθούσα να πείσω τον εαυτό μου να ξεκολλήσει. Στα πενήντα πέντε μου, ήμουν αρκετά μεγάλος για να είμαι ο πατέρας της. Και ακόμα κι αν για μια στιγμή άφηνα στην άκρη τη διαφορά ηλικίας, πόσες πιθανότητες υπήρχαν να είναι μόνη της; Και αν—λέμε αν—ήταν μόνη της, πόσες πιθανότητες είχα εγώ μαζί της;

    Καμία, προφανώς.

    Δεν ήταν μοντέλο. Δεν είχε αυτό το εξωπραγματικό που κόβει την ανάσα. Είχε όμως εκείνη την ομορφιά που σε κάνει να κοντοστέκεσαι. Του κοριτσιού της διπλανής πόρτας, λένε. Εκείνη που δεν προκαλεί, δεν φωνάζει, δεν προσπαθεί. Απλώς… είναι. Και σου μένει.

    Κι όμως. Δεν ήταν η εξωτερική της εμφάνιση που με είχε διαλύσει. Ή τουλάχιστον… όχι μόνο αυτή. Ήταν το βλέμμα της. Ο τόνος της φωνής της. Ο τρόπος που σήκωσε το φρύδι της όταν της έδωσα το πουρμπουάρ. Το γέλιο της. Εκείνο το γέλιο, καθαρό και γάργαρο, σαν να της ανήκε πραγματικά.

    Και το πρόβλημα, φυσικά, δεν σταματούσε εκεί.

    Ακόμα κι αν—και αυτό το αν σηκώνει πολλή συζήτηση—υπήρχε μια πιθανότητα να τη γνωρίσω καλύτερα… τι κοινό θα μπορούσαμε να έχουμε; Τι γέφυρα να χτιστεί ανάμεσα σε δύο τόσο διαφορετικές ηλικίες, τόσες διαφορετικές εμπειρίες; Εγώ κουρασμένος από τα πάντα, εκείνη στο ξεκίνημα. Και ακόμα και αν λυνόταν αυτό, έμενε το τελευταίο και πιο σημαντικό πρόβλημα.

    Λένε, στη ζωή, πως μπορείς να έχεις χίλια προβλήματα αλλά όταν αρρωστήσεις έχεις μόνο ένα. Ο καρκίνος μου είχε επιστρέψει. Και μπορεί να μην ήταν άκρως επιθετικός αλλά δεν είχα αυταπάτες. Ένα, άντε δύο χρόνια ζωής, που προς το τέλος θα είναι αρκετά ζόρικα.

    Είχα κόψει το κάπνισμα εδώ και πολλά χρόνια. Με το που επέστρεψε ο καρκίνος το ξεκίνησα και πάλι. Τι σημασία είχε;

    Έπιασα τον εαυτό μου να γελάει πικρά την ώρα που χάιδευα τη ράχη του θηλυκού μου αιλουροειδούς σίφωνα που είχε κουρνιάσει στον καναπέ δίπλα μου και με κοίταζε με μισόκλειστα μάτια. Την είχα βρει τυχαία στις καλοκαιρινές μου διακοπές. Πέρασα από δίπλα της, μου νιαούρισε και με πήρε στο κατόπι. Δεν διαλέγεις εσύ τη γάτα, η γάτα διαλέγει εσένα, και το καθαρματάκι μου είχε κάνει την επιλογή του.

    Από τότε είχα μια παρέα. Μια παρουσία. Κάποιον που χαιρότανε να με βλέπει όταν γύριζα από το γραφείο, να με ξυπνάει μέσα στη μαύρη νύχτα με τα zoomies της, να μου έχει καταστρέψει όλα τα t-shirts κάνοντάς μου πατουσάκια και κοιμάται δίπλα μου ή πάνω μου, ανάλογα τα κέφια της.

    Αλλά η κοπελίτσα αυτή, έστω και μέσα από τις φευγαλέες κρυφές ματιές που της έριξα, μου υπενθύμισε ότι είχα περισσότερο ανάγκη την ανθρώπινη παρουσία απ’ όσο επέτρεπα στον εαυτό μου να παραδεχτεί.

    Όχι απλά ανθρώπινη. Γυναικεία. Και ήταν ακριβώς αυτή η αίσθηση που με τρόμαξε περισσότερο απ’ όλα. Το καντήλι μου στέρευε σιγά-σιγά αλλά η ανάγκη μου δεν είχε σβήσει ποτέ. Οι ανύπαντροι, λένε, ζουν σαν άνθρωποι και πεθαίνουν σα σκύλοι. Κάπως έτσι κι εγώ.

    Είχα ανήσυχο ύπνο εκείνο το βράδυ και δεν οφειλόταν στην πίεση που είχα στη δουλειά ή τους λογαριασμούς που έπρεπε να πληρωθούν· από τη στιγμή που επέστρεψε ο καρκίνος τα παραπάνω έγιναν ξαφνικά ασήμαντα. Απλά δε μπορούσα να βγάλω αυτή την κοπελίτσα από το μυαλό μου.

    Δεν ξέρω τι με έκανε το επόμενο πρωί που ξύπνησα να πάω να πάρω καφέ από εκείνη την καφετέρια. Το λογικό θα ήταν ότι μιας και δούλευε το απόγευμα του Σαββάτου, το πιθανότερο θα ήταν να δουλεύει την ίδια βάρδια και την Κυριακή, αν υποθέσουμε ότι δεν είχε κάποιο ρεπό.

    Ίσως γιατί, κάπου στο βάθος του κουρασμένου μυαλού μου, ήθελα να τη δω άλλη μια φορά. Να βεβαιωθώ ότι δεν ήταν αποκύημα κάποιας μοναχικής παρενέργειας των φαρμάκων μου. Ότι υπήρξε στ’ αλήθεια. Δεν είχα κάποιο σχέδιο. Δεν ήξερα καν τι ήθελα. Ούτε να τη φλερτάρω, ούτε να της μιλήσω παραπάνω.

    Απλώς… να τη δω. Να ξανακούσω εκείνο το γέλιο της. Να θυμίσω στον εαυτό μου πως, παρά το σκοτάδι που είχε αρχίσει να μαζεύεται μέσα μου, ο κόσμος δεν είχε σταματήσει να παράγει φως. Ένα χαμόγελο. Ένα ζευγάρι καστανά μάτια να σε κοιτάζουν και μια απλή “καλημέρα” που δεν είχε ιδέα τι μπορούσε να σημαίνει σε κάποιον σαν εμένα.

    Κάπου ανάμεσα στο φως της ηλιόλουστης ανοιξιάτικης Κυριακής και στο ψιθυριστό νιαούρισμα της γάτας μου που τεντωνόταν νωχελικά στην κουβέρτα, πήρα τα κλειδιά. Κατέβηκα. Άναψα τσιγάρο. Και ξεκίνησα.

    Χωρίς να ξέρω καν αν ήθελα να ελπίζω.

    Το σύμπαν μπορεί να είναι αδιάφορό αλλά το γαμημένο έχει χιούμορ, του το αναγνωρίζω. Ειρωνικό και κατάμαυρο, πολλές φορές φαρμακερό, αλλά χιούμορ. Βάζω μπρος το αυτοκίνητο, το ράδιό του, όπως πάντα, στον Rock FM. Doors και Hello I love you στην τελευταία στροφή. Βάζω τα γέλια.

    Sidewalk crouches at her feet
    like a dog that pegs for something sweet
    Do you hope to make her see you, fool?
    Do you hope to pluck this dusky jewel?


    Ελπίδα. Τι γύρευε στο πιθάρι με όλα τα κακά; Σοφός ο μπάρμπα-Ησίοδος. Καλό και κακό, ευλογία και κατάρα. Η ύπαρξή της μπορεί να είναι βασανιστήριο αλλά η ανυπαρξία της είναι εκμηδενιστική. Το ξέρω, γιατί εγώ δεν έχω να ελπίζω σε τίποτα περισσότερο από το να έχω ένα ήσυχο—όσο δηλαδή μου το επιστρέψει η αρρώστια μου—τέλος. Τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο.

    Είναι λίγο μετά τις εννιά το πρωί που μπαίνω στην καφετέρια. Η τύχη μου χαμογελάει, η κοπελίτσα είναι εκεί! Μόνη της. Δεν ξέρω γιατί είναι μόνη της ή που είναι ο άλλος μπαρίστα, αλλά όταν σου χαρίζουν γάιδαρο δεν τον κοιτάς στα δόντια.

    Τα μαλλιά της, όπως χθες—πλούσια, κυματιστά, να πέφτουν στην πλάτη της, με ένα κομμάτι δεμένο πρόχειρα σε αλογοουρά. Στα ρούχα δεν έχει αλλάξει κάτι, σήμερα—όπως και χθες—είναι με τη στολή της καφετέριας.

    «Καλημέρα!» μου λέει χαρίζοντάς μου το χαμόγελό της, διώχνοντας μέσα σε μια στιγμή τα σκοτάδια από την ψυχή μου.

    «Καλημέρα,» της λέω ανταποδίδοντάς της το χαμόγελο. «Θα μου φτιάξεις σε παρακαλώ ένα latte extra-large σκέτο;»

    «Βεβαίως!» μου λέει συνεχίζοντας να χαμογελάει.

    Ξέρετε ποιος δε φοβάται τίποτα; Αυτός που δεν έχει τίποτα να χάσει. Αποφασίζω να πάρω την όποια τύχη έχω στα χέρια μου. Με ποιον τρόπο; Δεν έχω ιδέα. Μπορεί να μην ξέρεις πως θα καταλήξει κάτι που ξεκινάς αλλά κάτι που δεν ξεκινάς σίγουρα δεν πρόκειται να το τελειώσεις.

    «Θα μου τον φέρεις έξω σε παρακαλώ;» της λέω εννοώντας ότι θα κάτσω εκεί να πιώ τον καφέ μου.

    «Ευχαρίστως!» μου λέει χαρίζοντάς μου ακόμα ένα χαμόγελο.

    Βγαίνω έξω και κάθομαι σε ένα τραπεζάκι. Στρίβω ένα τσιγάρο και το ανάβω. Απ’ έξω δεν περνάνε αυτοκίνητα, για Κυριακή και με τόσο όμορφη μέρα έχει ασυνήθιστα λίγο κόσμο έξω. Δυο-τρία λεπτά αργότερα έρχεται έξω με τον καφέ μου.

    «Πού είναι ο συνεργάτης σου;» τη ρωτάω προσπαθώντας να πω κάτι, οτιδήποτε.

    «Τις Κυριακές οι βάρδιες είναι μονές!» μου απαντάει χαμογελαστή. «Δεν έχει πολύ κόσμο,» μου εξηγεί και μου δίνει τον καφέ μου. «Στην υγειά σας» μου κάνει και χαρίζοντάς μου ένα χαμόγελο επιστρέφει μέσα.

    Δεν ξέρω αν είναι επειδή νιώθω ερωτοχτυπημένος αλλά ο καφές της είναι πολύ καλύτερος από αυτόν που μου έφτιαξε χθες ο άλλος.

    Μπορεί να μην είναι τίποτα περισσότερο από παρηγοριά στον άρρωστο ώσπου να βγει η ψυχή του, αλλά η ψυχρή και τυφλή μιστρέσα αυτού του κόσμου, στα τελειώματά μου και για κάποιο δικό της λόγο, επιλέγει να μου χαμογελάσει. Η κοπελίτσα, μην έχοντας μάλλον τίποτα να κάνει μέσα, έρχεται έξω και κάθεται σε ένα από τα τραπεζάκια.

    Κάθεται σταυροπόδι, βγάζει το κινητό από την ποδιά της και σκύβει ελαφρά, με το φως του ήλιου να της πιάνει τις μπούκλες. Κάτι βλέπει και ξαφνικά… χαχανίζει. Ένα μικρό, αυθόρμητο γελάκι που φεύγει από τα χείλη της σαν σπινθήρας και με βρίσκει στην καρδιά.

    Η καρδιά μου κάνει δέκα κωλοτούμπες. Και ταυτόχρονα, το μυαλό μου… μπλοκάρει.

    Πες κάτι. Κάτι. Οτιδήποτε.

    Τίποτα.

    Γυρίζει και με βλέπει να την κοιτάζω—δεν πρόλαβα να τραβήξω το βλέμμα μου. Τα μάγουλά της κοκκινίζουν ελαφρά, το βλέμμα της χαμηλώνει και μετά σηκώνεται πάλι.

    «Δεν έχει δουλειά σήμερα!» μου λέει απολογητικά, με εκείνο το ντροπαλό χαμόγελο που κάνει τον κόσμο λίγο πιο φωτεινό. Παύση. «Βλέπω ένα βίντεο με μια γατούλα.»

    Σχεδόν την ακούω. Την τύχη. Την αυθάδικη θεά, να μου ψιθυρίζει στ’ αυτί: «Συν Αθηνά, και συ χείρα κίνει.»

    «Time very well spent,» της λέω, και της κλείνω παιχνιδιάρικα το μάτι.

    Η καρδιά μου πάει να σπάσει. Δεν ξέρω αν μου βγαίνει καλά. Αν είναι χαριτωμένο ή απλώς γραφικό. Αλλά την βλέπω να χαμογελάει κι άλλο.

    «Η Λίζι εγκρίνει με χίλια!» συνεχίζω, αρπάζοντας την ευκαιρία απ’ τα μαλλιά.

    «Η Λίζι;» με ρωτάει με βλέμμα γλυκιάς απορίας.

    «Το τρίχρωμο πορτοκαλί καθαρματάκι μου,» της απαντάω, και δεν καταλαβαίνω γιατί, αλλά η φωνή μου γίνεται τρυφερή, σχεδόν ψιθυριστή, σαν να λέω κάτι ιερό.

    Βγάζω το κινητό μου και βρίσκω εκείνη τη selfie—λίγες μέρες αφότου την είχα βρει, που είχε σκαρφαλώσει στον ώμο μου και καθόταν σαν παπαγάλος. Πατάω να μεγαλώσει η εικόνα, να φαίνεται καλύτερα, και της το δίνω. Πιάνει το κινητό με προσοχή και το κρατάει στα δύο της χέρια. Σκύβει ελαφρά, και βλέπω το πρόσωπό της να φωτίζεται.

    «Αχ, είναι κουκλί!» μου λέει και μου επιστρέφει το κινητό. Τα μάτια της λάμπουν. Το λέει και το εννοεί.

    «Εσύ έχεις γάτα;» τη ρωτάω και μαζί, σχεδόν άθελά μου, την ακολουθεί και δεύτερη ερώτηση. «Πώς σε λένε, αν επιτρέπεται;»

    Επιλέγει να απαντήσει πρώτα την πρώτη, αλλά το χαμόγελό της προδίδει πως κατάλαβε ότι η δεύτερη ήταν η ουσιαστική.

    «Κρινιώ,» μου απαντάει.

    Τι όμορφο, τι υπέροχο όνομα!

    «Και για να απαντήσω και στη δεύτερη ερώτησή σας…» συνεχίζει, και ο τρόπος που μαλακώνει η φράση της με κάνει να λιώσω και πάλι. «Όχι, δεν έχω γάτα, αλλά τις λατρεύω!»

    «Είναι οι άτιμες…» της λέω χαμογελώντας και γέρνω ελαφρώς πίσω στην καρέκλα, αφήνοντας να ξεφύγει ένας γλυκός αναστεναγμός. «Και ξέρεις… δεν τις διαλέγεις εσύ. Εκείνες σε διαλέγουν!»

    Γελάει. Και πάλι. Ένα γέλιο που δε χορταίνω.

    «Το έχω ξανακούσει αυτό, κύριε…»

    Με κοιτάζει ερωτηματικά.

    Η καρδιά μου κάνει πάλι κωλοτούμπα. «Γιώργος,» της λέω. Κρατώντας το βλέμμα της για λίγο περισσότερο απ’ όσο θα τολμούσα κανονικά.

    Ζήτησε να μάθει το όνομά μου. Μπορεί να μη σημαίνει τίποτα. Μπορεί να σημαίνει και τα πάντα.

    «Χαίρω πολύ!» μου απαντάει και τείνει ανεπαίσθητα το κεφάλι της προς τα εμπρός, σαν υπόκλιση. Το χαμόγελό της—πιο φωτεινό από ποτέ. «Η αλήθεια είναι ότι το σκέφτομαι κάμποσο καιρό να υιοθετήσω κι εγώ μια γατούλα!»

    «Βασικά… η γάτα είναι που θα σε υιοθετήσει,» της λέω πειρακτικά και σηκώνω λίγο τα φρύδια μου. «Αλλά μου αρέσει ο τρόπος που σκέφτεσαι.»

    «Είναι κι αυτό!» μου κάνει, κι εκείνη τη στιγμή δεν υπάρχει τίποτα άλλο στον κόσμο παρά μόνο το γέλιο της.

    Και δεν ήταν μόνο η Κρινιώ που μου χάρισε το γέλιο της εκείνη τη μέρα.

    Έστω και ως ύστατο δώρο σ’ αυτό τον κόσμο, το ίδιο έκανε και η Θεά Τύχη. Όταν έφυγα το μεσημέρι, είχα το κινητό της και το messenger της.

    Εικοσιπέντε χρονών, με καταγωγή από τα Κύθηρα. Το είπε χωρίς κανένα ίχνος καμαριού ή ντροπής, απλώς σαν δεδομένο. Όπως και όλα τα υπόλοιπα. Ότι στα δεκαοχτώ της τα ‘χε ρίξει στην παλαβή — δικά της λόγια — και ότι στα είκοσι δύο αποφάσισε να βάλει «τον κώλο της κάτω» και να σπουδάσει. Τώρα είναι στο τρίτο έτος στην Πάντειο, πολιτικές επιστήμες.

    Με χρυσά κουτάλια θα φας, σκέφτηκα εκείνη τη στιγμή, αλλά κράτησα τη γνώμη μου για τον εαυτό μου. Όχι από ευγένεια. Από σεβασμό. Δική της επιλογή, δική της πορεία. Εμένα δεν μου έπεφτε κανένας λόγος.

    Μοναχοκόρη, ορφανή από πατέρα. Τον έχασε στα δέκα της σε τροχαίο. Δεν το είπε με πόνο. Το είπε σαν κάτι παλιό, βαρύ μεν, αλλά επεξεργασμένο. Το βλέμμα της σκοτείνιασε για μια στιγμή, μόνο μια. Και μετά καθάρισε ξανά, όπως η θάλασσα μετά τη φουρτούνα.

    Τη θαύμασα.

    Όχι για τη δύναμή της. Όχι καν για την ιστορία της. Αλλά για το φως που είχα μπροστά μου, παρά τα σκοτάδια που κουβαλούσε πίσω της. Τη δίψα της για ζωή — αυτήν τη φλόγα που έβλεπα καθαρά στα μάτια της και που δεν μπορούσα να μη ζηλέψω.

    Όχι για τη δίψα. Για τη ζωή. Για το εύρος του δρόμου της, για τους ανοιχτούς ορίζοντες, για τις χιλιάδες πιθανότητες που ανοιγόντουσαν μπροστά της. Για όλα όσα μπορούσε ακόμα να ονειρευτεί χωρίς να της κόβονται στη μέση.

    Κι εγώ;

    Το δικό μου μονοπάτι κόντευε στο τέρμα. Το ήξερα. Το είχα αποδεχτεί, ή έτσι τουλάχιστον έλεγα στον εαυτό μου. Ίσως για την Κρινιώ να μην είμαι τίποτα περισσότερο από ένας συμπαθητικός μεσήλικας που αγαπάει όπως κι εκείνη τις γάτες και η πρόθυμη φυσικότητα με την οποία μου έδωσε το κινητό της, το messenger της, ο τρόπος που μου χαμογέλασε, ίσως να ήταν απλά μια καλοσύνη που δεν επιζητούσε τίποτα.

    Την σκεφτόμουν όλη την υπόλοιπη μέρα. Έπεσα για ύπνο με τη σκέψη της και το πρωί ξύπνησα και πάλι με τη σκέψη της. Σηκώθηκα και ξεκίνησα την καθημερινή μου ιεροτελεστία για να πάω στο γραφείο.

    Κορόιδευα τον εαυτό μου πως, αν είχα χρήματα στην άκρη, θα είχα ήδη παραιτηθεί από τη δουλειά. Πως θα φρόντιζα να ζήσω το λίγο που μου έμενε χωρίς σκοτούρες, χωρίς deadlines, χωρίς email στις 11 το βράδυ με την ένδειξη “επείγον”.

    Τρίχες.

    Η αλήθεια είναι πως, όσο κι αν είχα σταματήσει εδώ και χρόνια να αγαπάω τον δρόμο που επέλεξα, η δουλειά μου ήταν το τελευταίο μου καταφύγιο. Το σκυλί που δεν με εγκατέλειψε, όσο κι αν το αγνοούσα, όσο κι αν του φώναζα να φύγει. Ήταν αυτή που μου απέσπασε την προσοχή από την άβυσσο. Αυτή που με ανάγκαζε να σηκωθώ απ’ το κρεβάτι, να ντυθώ, να ξυριστώ, να λειτουργήσω. Με κράταγε σε κίνηση. Και η κίνηση, όταν δεν έχεις πια να περιμένεις τίποτα, είναι ζωή.

    Είχα σταματήσει την τηλεργασία. Επέστρεψα στο γραφείο—όχι γιατί το απαιτούσε κάποιος. Γιατί το είχα ανάγκη. Ήθελα να βλέπω κόσμο. Ήθελα να περπατάω στον δρόμο και να με διαπερνάει ο θόρυβος της πόλης. Να ακούω ξένες φωνές, να μυρίζω φρεσκοψημένο ψωμί, να βλέπω ανθρώπους να γελάνε στο μετρό ή να διαπληκτίζονται για το τίποτα. Ήθελα να νιώθω μέρος του κόσμου, όσο ακόμα μπορούσα.

    Ζήλευα.

    Ζήλευα εκείνους που συνέχιζαν τη ζωή τους δίχως να ξέρουν. Όχι γιατί τους εύχομαι κάτι κακό. Αλλά γιατί ήθελα να είμαι κι εγώ μέσα στην άγνοιά τους. Η δική τους θνητότητα ήταν αφηρημένη, θεωρητική. Ένα σενάριο σε κάποιο βάθος χρόνου. Η δική μου, μετρούσε σε μήνες. Κι αν είναι κοινή για όλους μας η κατάληξη, άλλο να ξέρεις πως σε περιμένει «κάπου», κι άλλο να βλέπεις τα φώτα της ήδη να αναβοσβήνουν στο τέλος του δρόμου.

    Η βεβαιότητα του θανάτου είναι μια απλή φιλοσοφική ιδέα για τους περισσότερους. Για μένα, είχε όνομα, διεύθυνση και τηλέφωνο. Δεν ερχόταν με δρεπάνι. Ερχόταν με τις τρεις λέξεις που κανείς δεν θέλει να ακούσει: «έχει επιστρέψει πάλι».

    Και παρ' όλα αυτά, κάθε πρωί φορούσα το σακάκι μου. Έπαιρνα το λεωφορείο. Έπινα καφέ στο γραφείο. Δούλευα. Μιλούσα για KPI και deadlines και budget cuts. Κανείς δεν ήξερε. Ούτε ήθελα να ξέρει. Όχι γιατί ντρεπόμουν. Αλλά γιατί δεν ήθελα να γίνω το βλέμμα λύπησης στους διαδρόμους.

    Όσο ακόμα μπορούσα, ήθελα να μετριέμαι με τον κόσμο σαν ίσος προς ίσους. Έστω κι αν ήξερα ότι το ρολόι μου μετρούσε ανάποδα.

    ---ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ---
     
    Last edited: 30 Μαρτίου 2025 at 23:18
  2. gaby_m

    gaby_m open for S/m discussion Premium Member Contributor

    Ε, μα, να συνεχιστεί βέβαια!  
     
  3. Arioch

    Arioch Μαϊμουτζαχεντίν Premium Member Contributor

    Μέρος 2ο - Πόσο μελαγχόλησε αυτός ο τόπος

    Δεν ξέρω πως κρατήθηκα και δεν έβαλα τα γέλια. Όλοι τους σοβαροί-σοβαροί να προσπαθούν να δουν πώς θα χωρέσει το έργο της μετάβασης σε νέα κεντρική αποθήκη το 2026 και πως αυτό μας έχει φάει όλο το budget. Θεωρητικά ως προϊστάμενος της υποδιεύθυνσης του supply chain με αγγίζει σε χίλιες μεριές αλλά… από το «δυστυχώς, ο καρκίνος σας επέστρεψε» και μετά, τίποτα δε μπορεί να με αγχώσει.

    Ωστόσο επειδή το έργο είναι σημαντικό για την επιβίωση της εταιρίας και επειδή κατά πάσα πιθανότητα το 2026—αν ζω ακόμα—το ζήτημα της δικής μου επιβίωσης θα με απασχολεί περισσότερο από το πρώτο, το απόγευμα της ίδιας μέρας αποφασίζω ότι πρέπει να μιλήσω στον δικό μου C-Level.

    Κάποια σιτγμή πηγαίνω στο Γιάννη. Το γραφείο του δεν έχει πόρτα, είναι σε μια από τις άκρες του open space, πίσω από ένα τζαμένιο διαχωριστικό με ημιδιάφανες κουρτίνες.

    «Γιάννη, το απόγευμα πρέπει να μιλήσουμε,» του λέω.

    Με κοιτάζει προσπαθώντας να καταλάβει που το πάω. Τον τελευταίο καιρό λόγω της πίεσης και επειδή η νέα γενιά έχει λιγότερη ανοχή και υπομονή, οι παραιτήσεις έχουν πάει σύννεφο. Θα μου πεις εγώ δεν ανήκω σε αυτή τη γενιά αλλά κάθε άνθρωπος έχει τα δικά του όρια. Μόνο που το δικό μου τέντωμα βασίζεται σε τελείως διαφορετικούς λόγους.

    «Για ποιο πράγμα;» με ρωτάει τελικά.

    «Είναι προσωπικό θέμα,» του απαντάω ειλικρινά.

    Με κοιτάζει για μερικές στιγμές. «Εντάξει, έλα γύρω στις έξι» μου κάνει.

    Η υπόλοιπη μέρα περνάει μέσα σε ατελείωτα βαρετά meetings και με τη δική μου σκέψη στην Κρινιώ.

    Καλά το λένε, γεροντοέρωτες.

    Στις έξι παρά κάτι είμαι στο γραφείο του Γιάννη. Τον βλέπω σκυμμένο στον υπολογιστή, με τα γυαλιά του κατεβασμένα στη μύτη, να ξεφυσάει καθώς διαβάζει. Μου κάνει νόημα με το χέρι να πλησιάσω και κάθομαι απέναντί του, όπως τόσες άλλες φορές.

    Μόνο που σήμερα, δεν ήρθα να μιλήσουμε για KPIs.

    «Δεν ξέρω αν υπάρχει κατάλληλος τρόπος να το πεις αυτό, οπότε θα στο πω απλά και όπως είναι.» Σταυρώνω τα χέρια μπροστά μου, παίρνω μια ανάσα. Εκείνη τη μικρή, βραχνή ανάσα που φέρνει τα λόγια στην επιφάνεια. «Γιάννη, πρέπει να βρεθεί αντικαταστάτης μου. Αλλά όχι για τον λόγο που φαντάζεσαι.»

    Αφήνει κάτω το στυλό του. Το βλέμμα του με ψάχνει αλλά δε μπορεί να με διαβάσει. «Τι εννοείς;» με ρωτά τελικά, με φωνή που ακούγεται πιο λεπτή απ’ το συνηθισμένο.

    «Επέστρεψε ο καρκίνος μου,» του λέω απλά. Ούτε στόμφος, ούτε δράμα. Μόνο αλήθεια.

    Για ένα δευτερόλεπτο όλα παγώνουν. Το βλέπω στα μάτια του. Δεν ξέρει αν πρέπει να πει κάτι, να πιάσει τον καφέ, να κατεβάσει το βλέμμα. Κοιτάζει τα χέρια του και μετά ξανά εμένα. Πάει να πει κάτι αλλά τον κόβω.

    «Δεν είναι επιθετικός, αλλά δεν είναι και ιάσιμος. Έχω, ένα άντε δύο χρόνια μπροστά μου.»

    Ξεροκαταπίνει. «Χημειοθεραπεία;»

    «Δε θα το ξαναπεράσω αυτό για να κερδίσω μερικούς μήνες μιζέριας. Το τέλος έτσι και αλλιώς θα είναι ζόρικο. Παίρνω τα φάρμακα που μου έγραψαν οι γιατροί και όσο βοηθήσουν.»

    Κλείνει τα μάτια για λίγο και τα τρίβει με το χέρι του. Όταν τα ανοίγει, είναι κόκκινα. «Σκατά.»

    «Εμένα μου λες;» τον ρωτάω πικρά. «Τέλος πάντων, δεν ήρθα εδώ για να σου πω τον πόνο μου, ήρθα να σου πω ότι θέλω να βοηθήσω όσο μπορώ. Να βρω, να εκπαιδεύσω τον επόμενο. Και να αποχωρήσω με τρόπο που δε θα αφήσει καμένη γη πίσω μου.»

    Μου κουνάει καταφατικά το κεφάλι, αργά. Πιάνει το στυλό του ξανά αλλά δεν γράφει τίποτα. Το κρατάει μηχανικά.

    «Μπορείς να το πεις στον Χρήστου, αλλά ως εκεί. Δε θέλω να μαθευτεί παραέξω. Δεν είμαι έτοιμος να μου φέρονται σαν να είμαι ήδη φάντασμα.»

    «Κατανοητό.» Σηκώνει το βλέμμα και με κοιτάζει στα ίσια. «Θα γίνει όπως το θέλεις.»

    «Ευχαριστώ,» του λέω.

    Σηκώνομαι, του δίνω το χέρι. Το σφίξιμο είναι ήπιο αλλά αληθινό.

    Φεύγω από το γραφείο και κατεβαίνω για το τραίνο λίγο πιο ανάλαφρος. Άλλο ένα πράγμα που άλλαξε. Παλιά πήγαινα και γύριζα με το αυτοκίνητο. Τώρα παίρνω τραίνο και λεωφορείο. Να βλέπω κόσμο. Να γεμίζω τα μάτια μου με καθημερινές εικόνες. Όσο προλαβαίνω.

    Προφανώς και δεν περίμενα την Κρινιώ να αρχίσει να επικοινωνεί μαζί μου, έκανα εγώ το πρώτο βήμα. Και όχι, δεν της έστειλα καλησπέρα. Της έστειλα απλά ένα βιντεάκι με τη Λίζι να κυνηγάει το λέιζερ στο σαλόνι. Αυτό, τίποτε άλλο. Λίγη ώρα αργότερα πήρα την απάντησή της, όχι με τη μορφή κειμένου αλλά με τη μορφή emoji.

      

    Άκουσα την ειδοποίηση αλλά δεν της έστειλα κάποιο άλλο μήνυμα. Με τη Λίζι να έχει στρογγυλοκαθίσει στα γόνατά μου και με ένα ποτήρι κρασί στο πλάι, πήρα το Kindle μου και άρχισα να διαβάζω. Λίγη ώρα αργότερα άκουσα τον ήχο ειδοποίησης του messenger.

    Και φυσικά ήταν βίντεο με μια γκρίζα γατούλα που την είχαν πιάσει τα zoomies της και είχα κάνει το σαλόνι του σπιτιού ροντέο. Αυτή τη φορά της απάντησα με μήνυμα.

    «Και η δικιά μου τα κάνει αυτά, κατά προτίμησή της στις 03:00 το πρωί, γιατί αν δεν κάνουμε το μπαμπά να πάθει ταράκουλο μέσα στον ύπνο του, ποιο το νόημα;»

    Λίγη ώρα αργότερα λαμβάνω την απάντησή της πάλι με τη μορφή emoji. Είτε δεν έχει όρεξη για συζήτηση είτε δεν έχει χρόνο, σε κάθε περίπτωση το λαμβάνω το μήνυμα, οπότε δεν της στέλνω άλλο, και επιστρέφω στο e-book μου.

    Κάποια στιγμή σηκώνομαι για να καθαρίσω την άμμο της Λίζι και εκείνη τη στιγμή ακούω και πάλι τον ήχο του messenger. Το κοπρόγατο, όπως πάντα, περίμενε με υπομονή την ώρα που θα της αλλάξω την άμμο για να πάει να την εγκαινιάσει. Αναστενάζω, καθώς μέσα σε όλα θα πρέπει να της βρω και κάποιο σπίτι, και αυτό με αγχώνει περισσότερο από κάθε άλλη εκκρεμότητα που πρέπει να κλείσω.

    Πίνω μια γουλιά κρασί και ανοίγω το κινητό μου. Είναι μήνυμα από την Κρινιώ.

    «Τέλος το διάβασμα για σήμερα, το κεφάλι μου είναι κουδούνι!» μου λέει και η καρδιά μου κάνει πάλι δέκα τούμπες. Δεν είναι ότι δεν είχε όρεξη για συζήτηση, απλά διάβαζε!

    «Τι διάβαζες;» τη ρωτάω.

    «Εισαγωγή στην συγκριτική πολιτική ανάλυση και γράφω πρόοδο την Πέμπτη.»

    «Ο καθένας μας ανεβαίνει τον Γολγοθά του  » της γράφω για να πάρω την απάντησή της σχεδόν αμέσως.

    «   Και ποιος είναι ο δικός σας Γολγοθάς;»

    Και πού νά’ ξερε. Χαμογέλασα πικρά και χάιδεψα αφηρημένα το κεφάλι της Λίζι που ήρθε και κούρνιασε ξανά πάνω μου.

    «You can’t handle the truth  » της απαντάω απλά, θέλοντας και να παίξω αλλά και να την ιντριγκάρω. Για να δούμε.

    «Try me!» είναι η απάντηση που παίρνω.

    Αντί απάντησης τραβάω βίντεο τη Λίζι που καθιστή πάνω στους μηρούς μου το έχει ρίξει στην καθαριότητα. Σηκώνει το κεφάλι της για μια στιγμή και με κοιτάζει που την τραβάω βίντεο, μου ρίχνει μια τρίλια γεμάτη απαξίωση και επιστρέφει στο έργο της. Στέλνω το βίντεο και λίγη ώρα αργότερα παίρνω την απάντησή της:

    «Ζήλεια ψώρα   »

    Βάζω τα γέλια. Πραγματικά γέλια, από αυτά που κάνουν το πρόσωπό σου να πονάει σχεδόν. Αναστενάζω, εκείνη τη στιγμή ευχαρίστως θα θυσίαζα έναν ή ακόμα και δύο μήνες από τους ελάχιστους που μου απέμειναν για να ακούσω το δικό της γέλιο.

    «Όχι, όχι… Μη το σκέφτεσαι αυτό!» μαλώνω τον εαυτό μου.

    Ούτε μισό λεπτό αργότερα λαμβάνω νέο μήνυμα: «Πάω να μαγειρέψω!»

    Χαμογελάω. Δεν είμαι μόνος στον κόσμο απόψε. «Τι καλό θα φτιάξεις;»

    Η απάντησή της έρχεται μερικές στιγμές αργότερα. «Τίποτα εξεζητημένο, δεν είμαι για πολλά-πολλά. Μια ομελέτα στα γρήγορα!»

    Γυρνάω και κοιτάζω τη Λίζι, που έχει κουλουριαστεί πάλι στα γόνατά μου, τα μάτια της μισόκλειστα από ευτυχία. Χαμογελάω. Είναι η σειρά μου να της απαντήσω «Ζήλεια ψώρα    »

    «Εσείς τι θα φάτε;» με ρωτάει σχεδόν αμέσως.

    «Έχω ακόμα τα γεμιστά που έφτιαξα προχθές,» της απαντάω.

    «Μ’ αρέσει που μου κάνετε ζήλεια ψώρα! Ορίστε, τώρα νιώθω εγώ η ψωραλέα   » μου απαντάει κάνοντάς με να βάλω και πάλι τα γέλια.

    Αν είχα περισσότερο θάρρος μαζί της θα την καλούσα να φάμε παρέα, αλλά η ζωή δεν είναι άρλεκιν. Αντί αυτό της απαντάω «Είπαμε, ο καθένας ανεβαίνει το δικό του Γολγοθά!»

    Η απάντησή της έρχεται μερικές στιγμές αργότερα και με κάνει να βάλω και πάλι τα γέλια: «Γκρρρρρρ!»

    Την αφήνω στην ησυχία της, πιάνω ξανά το Kindle, αλλά δεν προλαβαίνω να αλλάξω ούτε σελίδα. Pling! Νέο μήνυμα.

    Και όταν το διαβάζω… για μερικά δευτερόλεπτα μένω απολύτως κάγκελο.

    «Έχετε δει το Band of Brothers;»

    What?

    Κοιτάζω το κινητό λίγο σα χαμένος. «Το έχω δει,» της απαντάω λακωνικά προσπαθώντας να καταλάβω που το πάει, η ερώτησή της μου φαίνεται τελείως σουρεαλιστική.

    «Αυτό δεν είναι Γολγοθάς, το Currahee είναι! Μόλις διαπίστωσα ότι έχω μόνο ένα αυγό! Και δεν είναι στρουθοκάμηλου» μου απαντάει και αυτή τη φορά με πιάνει σχεδόν βήχας από το γέλιο, τόσο δυνατά που η Λίζι φεύγει ενοχλημένη από τα πόδια μου.

    «Καημενούλα μου, ζεις ένα δράμα!» της απαντάω ακόμα χαχανίζοντας.

    «Όποιος δεν έχει μυαλό, έχει e-food!» έρχεται η ατάκα της, και στο μυαλό μου τη φαντάζομαι με τα χέρια σταυρωμένα να αποδέχεται τη μοίρα της με βλέμμα φιλοσοφημένης παραίτησης.

    «Μακαρόνια έχεις; Αν ναι φτιάξε μια καρμπονάρα! Ή φτιάξε τηγανητό ρύζι. Και στις δύο περιπτώσεις ένα αυγό φτάνει!»

    «Καρμπονάρα! Θαυμάσια ιδέα! Αχ κύριε Γιώργο, σας ευχαριστώ!!!!»

    Κεριά και λιβάνια, σκέφτομαι μέσα μου, αλλά προφανώς δεν μπορώ να της απαντήσω κάτι τέτοιο. Και άλλωστε τι μου είπε το κορίτσι; Για εκείνη αυτό είμαι, ο κύριος Γιώργος.

    «Ό,τι μπορούμε κάνουμε δεσποινίς!» της απαντάω τελικά, για να κερδίσω την απάντησή της με τη μορφή emoji.

     

    Παρά το γεγονός ότι η ανάγκη μου να συνεχίσω το μικρό διάλογό μας έχει χτυπήσει κόκκινα, κρατιέμαι με τα δόντια. Δεν θέλω να φανώ πιεστικός. Οπότε, με πειθαρχία που θα ζήλευε και μοναχός στο Άγιο Όρος, επιστρέφω στο βιβλίο μου, παρόλο που τα μάτια μου διαβάζουν λέξεις και το μυαλό μου αναρωτιέται τι να κάνει εκείνη τη στιγμή η Κρινιώ.

    Αλλά, κατά τα φαινόμενα, μάλλον δεν είμαι ο μόνος που διασκεδάζει.

    Μισή ώρα αργότερα. Pling.

    «Δεν το λες ακριβώς καρμπονάρα αυτό που έφτιαξα   Για να δούμε τι θα δούμε   »

    Χωρίς δεύτερη σκέψη της στέλνω το meme με τον Michael Jackson να τρώει ποπ κορν από το Thriller. Η απάντησή της έρχεται σχεδόν ακαριαία:

    «ΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ»

    Χαμογελάω τόσο, που το χαμόγελο σχεδόν πονάει. Δε θυμάμαι πότε ήταν η τελευταία φορά που έπιασα τον εαυτό μου να περιμένει ειδοποίηση σαν δεκαεφτάχρονος που κάνει φλέρτ στο msn.

    «Καλή σου όρεξη,» της γράφω. «Μπορεί η καρμπονάρα σου να μην είναι η ορθόδοξη—ή έστω καθολική—αλλά είμαι σίγουρος ότι θα είναι πεντανόστιμη.»

    «Σας ευχαριστώ! ΧΟΧΟΧΟ»

    Σταματάω. Τι ήταν αυτό τώρα; Σατανικό γέλιο; Το μόνο που μου έρχεται στο μυαλό είναι το ΧΟ ΧΟ ΧΟ που έκανε ο Σωκράτης Κόκκαλης.

    «Είστε ο Σωκράτης Κόκκαλης;»

    «Με πιάνετε αδιάβαστη, τι εννοείτε;»

    «Ήταν το σατανικό του / ειρωνικό του γέλιο!»

    «    XOXOXO σημαίνει hugs and kisses

    «Που πας με το πιτσιρίκι ρε μπούρδα Καραβάγγο, το φελέκι σου;» λέω από μέσα μου και χαχανίζω. Hugs and kisses! Με την καρδιά μου να κάνει άλλες πέντε κωλοτούμπες συνεχίζω το χαβαλέ: της στέλνω το γνωστό ηχητικό με το «ΑΑΑΑΑΧ» της Γεωργιάδου από την Ωραία των Αθηνών. Και την απάντησή της την ακούω σχεδόν να ξεπηδάει μέσα από το κινητό:

    «Καλέ θέλετε να με πνίξετε;      Καθίστε φρόνιμος!»

    Φυσικά και δεν κρατιέμαι—της στέλνω αμέσως τον Φωτόπουλο να λέει με ύφος βαρύ: «Χάρακας!», η αμέσως προηγούμενη σκηνή από το ΑΑΑΑΧ.

    «Εγώ θα ξεκινήσω να τρώω και αν με πνίξετε, το κρίμα στο λαιμό σας!    »

    «Καλά, θα σε αφήσω στην ησυχία σου για λίγη ώρα!» της απαντάω τελικά και, σαν φιλί αποχαιρετισμού, της στέλνω βιντεάκι από τον Εξολοθρευτή Νο.2, με τον Άρνι να λέει “I’ll be back.”

    Αφήνω το κινητό στο τραπεζάκι, ξαπλώνω πίσω στην πολυθρόνα, και αφήνω το σώμα μου να βυθιστεί. Το πρόσωπό μου χαμογελάει τόσο πλατιά που σχεδόν διαμαρτύρεται. Νιώθω εκείνο το γλυκό τσίμπημα στο στήθος που δεν ξέρεις αν είναι ευτυχία ή συγκίνηση ή απλώς η επίγνωση ότι αυτή η στιγμή δεν είναι τίποτα... και είναι τα πάντα.

    Τι δε θα έδινα να μπορούσα να τη δω από κοντά. Να ακούσω το κελαρυστό της γέλιο της με τα αυτιά μου, όχι να το διαβάσω, να δω το προσωπάκι της να φωτίζεται και τα μάτια της να λάμπουν.

    Beggars can’t be choosers.

    Αλλά ακόμα και έτσι, νιώθω υπέροχα. Τελεία.

    Η Λίζι μού κάνει μια τρίλια και ρίχνει ένα σάλτο πάνω μου. Στριφογυρίζει δυο-τρεις φορές σαν να δοκιμάζει τη θέση της και τελικά βολεύεται στους μηρούς μου, κουλουριάζεται και μου σπρώχνει το χέρι με το κεφάλι της. Θέλει χάδια. Πάντα θέλει χάδια όταν νιώθει ότι η καρδιά μου βαραίνει.

    Τη χαϊδεύω πίσω από τα αφτιά, εκεί που το λατρεύει. Τραβιέται για λίγο, με κοιτάζει με το βλέμμα της που είναι βαθύτερο από λέξεις, και μισοκλείνει αργά τα μάτια της—το γατίσιο ισοδύναμο του «σ’ αγαπώ». Μετά σηκώνεται και, όπως είμαι ξαπλωμένος στην πολυθρόνα, σκαρφαλώνει πάνω στο στομάχι μου. Αρχίζει να μου κάνει πατουσάκια με ρυθμό τελετουργικό, και ο μόνος ήχος που κάνει είναι ένα σιγανό, σχεδόν αδιόρατο γουργουρητό.

    Είμαι μοναχοπαίδι, κι οι γονείς μου το ίδιο. Δεν έχω ούτε έναν πρώτο ξάδερφο. Κανέναν δικό μου άνθρωπο που να μπορεί να καταλάβει τι σημαίνει η Λίζι για μένα. Το κοριτσάκι μου. Η συντροφιά μου. Το πλάσμα που με περιμένει να γυρίσω από τη δουλειά και τρέχει στην πόρτα. Που κοιμάται πάνω μου. Που κάνει zoomies μέσα στη μαύρη σαν να την κυνηγάει ο ίδιος ο διάολος.

    Και τώρα… Τώρα με βασανίζει η σκέψη. Όχι για μένα. Όχι για το τέλος. Αλλά για εκείνη. Ποιος θα την αγαπάει όταν εγώ φύγω; Ποιος θα της δίνει τη σωστή τροφή, θα της αλλάζει την άμμο, θα της ξύνει τη βάση της ουράς όπως θέλει; Ποιος θα την καταλαβαίνει όταν θα τρέμει από τους κεραυνούς και θα χώσει το μουτράκι της κάτω από τη μασχάλη μου;

    Ναι, το ξέρω ότι θα μπορούσα να βάλω μια αγγελία σε ένα από τα groups του Facebook, αλλά αφενός δε θέλω να τη δώσω από τώρα, και αφετέρου όταν θα έρθει εκείνη η ώρα δεν ξέρω αν θα είμαι καν σε θέση να το κάνω. Και έπειτα… πώς θα δώσεις μια ψυχούλα που την αγαπάς σαν παιδί σου σε κάποιον άγνωστο;

    Το τέλος μου κοντοζυγώνει και η Λίζι είναι η μόνη μου πραγματική έγνοια.

    Κουνάω το κεφάλι μου και με πνίγει η πίκρα. Στα 32 μου είχα πάρει τη μεγάλη απόφαση και πήρα δάνειο για 25 χρόνια και με αυτό ανακαίνισα, σχεδόν έχτισα από την αρχή, το πατρικό μου, την μονοκατοικία που μένω. Το δάνειο τελείωνε σε δύο χρόνια, πλέον θα μπορούσα να πληρώσω το υπόλοιπο του άληκτου κεφαλαίου.

    Είχα σκεφτεί να το κάνω, ώστε ότι και να γίνει στη δουλειά να μην έχω το άγχος να χάσω το σπίτι μου, αλλά πια δεν έχει νόημα. Χέστηκα, ας το πάρει η τράπεζα για μερικές χιλιάδες ευρώ, έτσι κι αλλιώς εμένα θα έχει πάψει να με απασχολεί το θέμα.

    Κουνάω το κεφάλι μου σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να το καθαρίσω από τις μαύρες σκέψεις και επικεντρώνομαι στη Λίζι που συνεχίζει να μου κάνει πατουσάκια, τρυπώντας με που και που με τα νύχια της. Αγάπη μου! Τη χαϊδεύω στη βάση της ουράς και σταματάει τα πατουσάκια και μου γυρίζει τον κώλο της στη μούρη.

    «Μωρή δεν ντρέπεσαι να βάζεις τον κώλο σου στη μούρη του μπαμπά;» την ψευτομαλλώνω τρυφερά, συνεχίζοντας να τη χαϊδεύω στη βάση της ουράς της. Τραβιέται και πάλι, κάνει μια σβούρα, και ρίχνει ένα σάλτο και κατεβαίνει στο πάτωμα και πάει και κάθεται στον καναπέ.

    Η διάθεσή μου βουλιάζει και πάλι. Είναι από αυτές τις φορές που ούτε να σκεφτείς δε θέλεις, κι όμως σκέφτεσαι τα πάντα. Ανοίγω το YouTube, μηχανικά, ψάχνοντας κάτι να με κάνει να χαμογελάσω. Κάτι, οτιδήποτε. Δεν τα καταφέρνω.

    Σχεδόν σα ρομπότ, τα δάχτυλά μου πληκτρολογούν. Δε θα μου φτιάξει τη διάθεση, απλά ταιριάζει μαζί της. Το βίντεο φορτώνει. Πατάω το play. Κλείνω τα μάτια και παραδίνομαι στην υπέροχα θλιμμένη μουσική. Κάθε λέξη, κάθε ανάσα, σπάει κάτι μέσα μου.

    Έχεις ιδέα τι είναι να πολεμάς μες στο σκοτάδι και να μην πνίγεσαι,
    μονάχος μες στη σκέψη να αφήνεσαι και να δίνεσαι
    Δε γίνεσαι γαμώτο είσαι και για ότι είσαι πάντα κρίνεσαι
    Μη μου θλίβεσαι αγαπημένη που `σαι τώρα πια
    χαμένη εξαντλημένη ξοφλημένη
    αφού η αγάπη ήταν το μόνο που δεν ένιωσες
    Τώρα πάλι να, με τα τέρατα πως έμπλεξες και πως θέλεις να ξεμπλέξεις
    της ζωής σου είναι και του θανάτου η έλξη…


    Δεν μπορώ να κρατηθώ. Ξεσπάω σε λυγμούς που μου κόβουν την ανάσα στα δύο. Δεν ξέρω καν γιατί κλαίω; Για τη ζωή μου που ξεθωριάζει; Για τις τα όνειρα που δεν ακολούθησα; Για τους δρόμους που δεν πήρα; Για όσα δεν έζησα και πλέον δεν προλαβαίνω να ζήσω;

    Η Λίζι αφήνει τον καναπέ και με πλησιάζει αθόρυβα. Ανεβαίνει στην αγκαλιά μου και τρίβεται πάνω μου. Δεν νιαουρίζει, δεν απαιτεί. Απλώς... είναι εδώ. Τη σφίγγω πάνω μου σαν σωσίβιο. Ανταριασμένη θάλασσα η ζωή μου που με σπρώχνει αμείλικτα προς τα βράχια.

    Αυτή τη φορά δεν φεύγει. Σα να νιώθει την ανάγκη μου. Σα να μου λέει «Εδώ είμαι, μπαμπά. Δεν πάω πουθενά.»

    Αγάπησέ με…
    Σκούπισε το δάκρυ μου με φως και κράτησέ με
    Αυτός ο τόπος μελαγχόλησε, βοήθησέ με
    Λιώσε το φεγγάρι μου, κάν’ το βροχή και ξέπλυνέ με
    Αγάπησέ με…


    ---ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ---
     
    Last edited: 1 Απριλίου 2025 at 21:44